Ιστορικό ντοκουμέντο για μία ανείπωτη ιστορία στην Πάρο του 1943

Οι πρώτοι νεκροί στο νησί μας από τις συμμαχικές αεροπορικές επιδρομές*

Καλοκαίρι του 1943. Η Παροικιά, ζούσε τις σκληρές μέρες της εχθρικής κατοχής. Οι κάτοικοί της είχαν συνειδητοποιήσει πια, ότι οι αμέριμνες μέρες της προπολεμικής εποχής είχαν περάσει και ότι ο πόλεμος έδειχνε και στον τόπο μας την άσχημη, την  σκληρή, την επικίνδυνη και απάνθρωπη όψη του!

Πέρα από την φοβερή πείνα που μάστιζε την κωμόπολη και αφάνιζε τους κατοίκους της, είχαμε τώρα και τους συμμαχικούς αεροπορικούς βομβαρδισμούς. Οι αεροπορικές αυτές επιδρομές, ήταν συχνές, ιδιαίτερα όταν οι Γερμανοί σχεδίαζαν πολεμικές επιχειρήσεις στα νησιά μας. Κι’ αυτό γιατί όπως γνωρίζουμε εμείς οι παλιοί που ζήσαμε τη διπλή εχθρική κατοχή, οι Γερμανοί δεν είχαν στόλο στην Ελλάδα. 

Για τις μετακινήσεις τους και τις μεταφορές των εφοδίων τους, αλλά και για πολεμικές, ακόμα επιχειρήσεις, κυρίως αποβατικές, χρησιμοποιούσαν επιταγμένα ελληνικά πετρελαιοκίνητα εμπορικά σκάφη, τα οποία επάνδρωναν, είτε με γερμανικά πληρώματα, είτε με ελληνικά, αλλά πάντα με συνοδούς Γερμανούς στρατιώτες.

Όποτε οι Γερμανοί επρόκειτο να πραγματοποιήσουν αποβατικές ή άλλου είδους πολεμικές επιχειρήσεις στο Αιγαίο, οι Άγγλοι, που ήταν πάντα καλά ενημερωμένοι για τις προθέσεις και τα σχέδια των εχθρών τους στην κατεχόμενη Ελλάδα, έκαναν επανειλημμένες εκκλήσεις στους Έλληνες ναυτικούς από τις ελληνικές ραδιοφωνικές εκπομπές του B.B.C., να ακινητοποιήσουν τα σκάφη τους γιατί, σε διαφορετική περίπτωση θα τα βυθίσουν. Κι αυτό για να μην μπορούν οι Γερμανοί να τα χρησιμοποιήσουν για τους πολεμικούς σκοπούς  των. 

Πόσοι όμως ήταν εκείνοι, στο κατεχόμενο νησί, που θα διακινδύνευαν να έχουν ραδιόφωνο, που ήταν αυστηρά απαγορευμένη η κατοχή του, για να παρακολουθούν τον σταθμό αυτόν και να ειδοποιούν σχετικά τους ενδιαφερόμενους ναυτικούς; Παρ’ όλα αυτά, οι ιδιοκτήτες των παριανών πετρελαιοκίνητων σκαφών, επειδή έβλεπαν ότι ο μοναδικός στόχος των συμμαχικών αεροπλάνων ήταν το λιμάνι μας, ακινητοποιούσαν τα σκάφη τους και τα έβγαζαν στην ξηρά, για να τα γλυτώσουν από τους εξ «ουρανού» κινδύνους.

Στις 30  Ιουλίου 1943, στο λιμάνι της Παροικιάς και συγκεκριμένα στην προβλήτα «Βίντζι», ήταν αραγμένο το πετρελαιοκίνητο εμπορικό σκάφος «Άγιος Νικόλαος», ιδιοκτησίας του αείμνηστου εμποροπλοίαρχου Κωνσταντή Αργουζή. Την ημέρα αυτή ο ιδιοκτήτης του, αποφάσισε να το ακινητοποιήσει. 

Θα έβγαζε απ’ αυτό, πρώτα τη μηχανή, που εκείνη την εποχή ήταν πολύτιμη, για να μην καταστραφεί στην περίπτωση που βομβαρδιζόταν το σκάφος και βυθιζόταν. Ζήτησε, μάλιστα, τη βοήθεια του Χαρίλαου Τεμπονέρα, μηχανικού του Εμπορικού Ναυτικού, συζύγου της πρώτης ξαδέλφης του Αγγελικής, καθώς και του καραβομαραγκού Γιώργου Πισκεντζή.

Το πρωί λοιπόν εκείνης της ημέρας, οι τρεις άντρες, αποφάσισαν να λύσουν τη μηχανή και να τη βγάλουν στη στεριά, για να τη σώσουν. Το απόγευμα, η μηχανή είχε βγει και έμενε μόνο στη θέση του ο έλικας του σκάφους, η προπέλα, όπως τη λένε οι ναυτικοί. Γύρω στις 5 η ώρα, ενώ ο καπετάνιος και ο μηχανικός προσπαθούσαν να τη βγάλουν, έγινε το κακό: Τέσσερα αγγλικά αεροπλάνα, παρουσιάστηκαν, λες από το πουθενά, στον παριανό ουρανό και άρχισαν να κτυπούν με ρουκέτες και μυδραλιοβόλα το λιμάνι μας. Κύριος στόχος τους ήταν το πετρελαιοκίνητο «Άγιος Νικόλαος».

Την ώρα της επίθεσης, οι δύο από τους τρεις άντρες που αναφέρθηκαν παραπάνω, ο  ιδιοκτήτης και κυβερνήτης του σκάφους, Κωνσταντής Αργουζής, και ο μηχανικός Χαρίλαος Τεμπονέρας, βρισκόντουσαν στο «ταμπούκιο», στον χώρο δηλαδή της μηχανής. Μια ρουκέτα έπληξε καίρια την πρύμη του σκάφους. Κτυπήθηκαν κι οι δυο και άφησαν την τελευταία πνοή τους μέσα στο σκάφος, που σε λίγη ώρα έγειρε και βυθίστηκε στα ήσυχα νερά του λιμανιού. 

Ο τρίτος, ο καραβομαραγκός Γιώργος Πισκεντζής, που την στιγμή εκείνη είχε βγει στην προβλήτα για να ετοιμάσει τη μηχανή για τη μεταφορά της στην αποθήκη, τραυματίστηκε βαριά. Σώθηκε, όμως και ύστερα από πολύμηνη θεραπεία, έγινε τελείως καλά.

Το τρομερό νέο που μεταδόθηκε αστραπιαία σ’ όλη την κωμόπολη, συγκλόνισε συθέμελα τη μικρή μας κοινωνία. Πέρα από το γεγονός ότι χάθηκαν δυο τόσο νέοι και τόσο αγαπητοί συμπολίτες μας, ήταν βλέπετε, και οι δύο πρώτοι νεκροί, από αεροπορικό βομβαρδισμό, στο νησί μας! Όσοι μεγάλοι μπορούσαν και μεις τα παιδιά, όσα καταφέραμε να ξεφύγουμε από την επιτήρηση των γονιών μας, τρέξαμε στο λιμάνι, στον τόπο της τραγωδίας. 

Οι σκηνές που διαδραματίστηκαν εκεί δεν είναι δυνατόν να περιγραφούν! Στο μεταξύ, πλήθος συμπολιτών μας έτρεξαν στα σπίτια των δύο νεκρών, για να συμπαρασταθούν στις άτυχες γυναίκες τους και στους άλλους συγγενείς τους. Όλοι έκαναν δικό τους τον ανείπωτο πόνο των δύο συγγενικών οικογενειών, που έχασαν τόσο ξαφνικά και άδικα τους δικούς τους ανθρώπους.

Την άλλη μέρα, όλοι σχεδόν οι κάτοικοι της Παροικιάς, συνόδεψαν τα αδικοσκοτωμένα παλληκάρια στην τελευταία τους κατοικία. Το μεγάλο πλήθος είχε γεμίσει ασφυκτικά τον μεγάλο ναό της Εκατονταπυλιανής και είχε αγκαλιάσει τα δύο φέρετρα που είχαν τοποθετηθεί πλάι – πλάι, στο κέντρο του ναού. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι παρακολουθούσαν βουβοί την νεκρώσιμη ακολουθία, που την διέκοπτε μόνο, ο θρήνος των συζύγων και των άλλων συγγενών των δύο νεκρών, που απρόσμενα βυθίστηκαν στο πένθος και τη συμφορά!

Την ώρα που τα δύο φέρετρα περνούσαν έξω από το Δημοτικό σχολείο για να ανηφορίσουν προς το κοιμητήριο, μια ολιγάριθμη φρουρά από Ιταλούς στρατιώτες, είχε παραταχθεί έξω από το σχολείο και παρουσίασε όπλα! Όποιος κι αν ήταν ο βαθύτερος λόγος που ο στρατός κατοχής έκανε την κίνηση αυτή, δεν παύει να είναι, απόδοση τιμής, στους δύο αδικοχαμένους συμπολίτες  μας!

Μετά την ταφή, οι άνθρωποι που είχαν συνοδέψει τους δύο νεκρούς ναυτικούς στο τελευταίο τους ταξίδι, έφυγαν πικραμένοι και συλλογισμένοι για τα σπίτια τους. Η αυλαία της τραγωδίας, είχε πέσει! Οι δυο χαροκαμένες γυναίκες έμειναν μόνες με τον αγιάτρευτο πόνο τους!

Ο ένας από τους δυο νεκρούς, ο εμποροπλοίαρχος Κωνσταντής Αργουζής, ήταν τότε, 37 ετών!  Άφησε χήρα τη γυναίκα του, Μαργαρίτα, που κυοφορούσε το δεύτερο παιδί τους. Άφησε, ακόμα, ορφανό, το πρώτο παιδί τους, τον Βασίλη, που είχε κι αυτό, αργότερα, κακή  τύχη, όπως ο άμοιρος πατέρας του. Χάθηκε στα 14 χρόνια του, δίνοντας με τον χαμό του, το πιο βαρύ πλήγμα στη δυστυχισμένη μητέρα του!

Η Μαργαρίτα Αργουζή, ήταν η πιο όμορφη κοπέλα του τόπου μας και ήταν τότε στον ανθό της νειότης της. Έξι μήνες μετά τον τραγικό χαμό του συζύγου της, έφερε στον κόσμο, το δεύτερο παιδί τους. Του έδωσε το όνομα: «Κωνσταντίνος», το όνομα του πατέρα του, που δεν υπήρχε πια! 

Η ηρωίδα αυτή μάνα πάλεψε σκληρά τη δύσκολη εκείνη εποχή και με παραδειγματική αξιοπρέπεια, ανάστησε τα δυο παιδιά της και σπούδασε εκείνο που της απέμεινε, ύστερα από το δεύτερο σκληρό κτύπημα της μοίρας, που της πήρε το πρώτο της παιδί! Αυτός ο δεύτερος γιος της είναι ο Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου Αργουζής, παλιός εκπαιδευτικός και πρώην Δήμαρχος της Πάρου.

Ο πατέρας του μακαριστού Κωνσταντή Αργουζή, Βασίλης, παλιός ναυτικός κι αυτός, που ήταν γραφτό του να πιει το πικρό αυτό ποτήρι, δεν άντεξε τον ξαφνικό χαμό του αγαπημένου του γιου. Εγκατέλειψε τα εγκόσμια και έγινε μοναχός. Κλείστηκε σε μοναστήρι του νησιού μας κι έμεινε απομονωμένος σ’ αυτό μέχρι που τον λύτρωσε ο θάνατος!

Η χήρα του άλλου νεκρού, του μηχανικού Χαρίλαου Τεμπονέρα, η Αγγελική, ήταν κι αυτή μια από τις ωραιότερες γυναίκες του τόπου μας. Με τον αείμνηστο σύζυγό της Χαρίλαο, δεν είχε παιδιά. Αρκετά χρόνια αργότερα, από τον δεύτερο γάμο της, απέκτησε ένα γιο, τον γιατρό, Νίκο Μεσίσκλη, που χάθηκε πρόωρα κι’ αυτός, τον περασμένο χρόνο.

Ας είναι αιώνια η μνήμη, των δύο αυτών νέων ανθρώπων, που έχασαν τόσο άδικα και με τόσο τραγικό τρόπο, τη ζωή τους, τον καιρό της εχθρικής κατοχής.-

* Από το υπό έκδοση βιβλίο του Παναγιώτη Πατέλλη: «Παριανές ιστορίες από τον τελευταίο πόλεμο και την εχθρική κατοχή».