Ιστορίες της κατοχής στην Πάρο (Μέρος 2ον)

Ενώ στο μικρό ξενοδοχείο μας, νοσηλεύονταν ακόμα, οι έξι Γερμανοί ναυαγοί που είχαν επιζήσει, από τους οκτώ που είχαν έλθει αρχικά, έφεραν οι ψαράδες μας στο λιμάνι της Παροικιάς, δύο ακόμα τραυματίες. Αυτήν τη φορά ήταν Νεοζηλανδοί αεροπόροι. Τους είχαν βρει και τους είχαν περισυλλέξει, στη βραχώδη ακτή της βραχονησίδας «Δεσποτικό», που βρίσκεται νότια της Αντιπάρου.

Όπως μάθαμε αργότερα, το αεροπλάνο τους είχε καταρριφθεί από τα πυρά γερμανικών αεροπλάνων, ενώ βρισκόταν σε αναγνωριστική αποστολή και από το  πλήρωμά του αυτοί οι δυο μόνο κατόρθωσαν να σωθούν. Ήταν όμως παγωμένοι και εντελώς  εξαντλημένοι από την πολύωρη παραμονή τους στη θάλασσα. Τον ένα, τον χτυπούσαν τα κύματα στα βράχια της ακτής, είχε κατάγματα στην κάτω γνάθο και σε άλλα οστά του προσώπου και δεν ήταν σε θέση, από την εξάντληση, να βάλει τα χέρια του στα βράχια  για να προφυλάξει το πρόσωπό του, από τα αλλεπάλληλα κτυπήματα πάνω σ’ αυτά! Ο άλλος, όπως είπαν οι ψαράδες που τους βρήκαν, είχε βγει μέχρι τη μέση σ’ ένα ομαλό μέρος της ακτής, που ήταν λίγο παρακάτω και δεν είχε δυνάμεις να βγει εντελώς έξω από το νερό! Τους έφεραν, λοιπόν, οι ψαράδες στην Παροικιά, τους παρέδωσαν στους Γερμανούς και κείνοι τους έφεραν στο ξενοδοχείο του πατέρα μου. Ήταν σε πολύ κακή κατάσταση! Μισοπεθαμένοι, όπως είπαν οι άνθρωποι που τους έφεραν με τα φορεία από το λιμάνι.

Μόλις μαθεύτηκε στην Παροικιά, ότι: Δυο Εγγλέζοι αεροπόροι είναι τραυματίες, στο  «Κάϊρο» (2), έγινε συναγερμός! Αμέσως βρέθηκαν ρούχα για να τους αλλάξουν! Αμέσως, οι συμπολίτες μας βρήκαν και έφεραν γάλα! Αμέσως βρέθηκε μέλι!  Στη στιγμή ετοιμάστηκαν κρέμες, φτιαγμένες από γάλα και αλεύρι! Οι Γερμανοί τα έβλεπαν όλα αυτά και δε μιλούσαν. Βέβαια από όλα αυτά τα καλά που έφερναν οι συμπολίτες μας για τους συμμάχους τραυματίες, είχαν το μερίδιό τους και οι ανήμποροι Γερμανοί!

Ύστερα από μια εβδομάδα, οι δυο αεροπόροι, είχαν ανακτήσει τις δυνάμεις τους. Ο τραυματισμένος όμως στο πρόσωπο, είχε ανάγκη άμεσης θεραπείας από ειδικούς γιατρούς. Με τα κατάγματα που είχε στην κάτω γνάθο, μόνο με υγρή τροφή  μπορούσε να τραφεί.

Με δυο γερμανικές ναρκοθέτιδες (3) που πέρασαν από το λιμάνι μας, ο Γερμανός επιλοχίας – διοικητής, έστειλε στον Πειραιά, τους έξι Γερμανούς και τους δύο Νεοζηλανδούς τραυματίες, καθώς και τους άλλους ναυαγούς. Όλους αυτούς τους κρατούσε στο νησί μας, μέχρι να βρεθεί η ευκαιρία για να τους στείλει στην αρμόδια υπηρεσία που θα προωθούσε, τους μεν Γερμανούς στις μονάδες τους, τους δε τραυματίες Νεοζηλανδούς, στο νοσοκομείο για νοσηλεία, πρώτα και στη συνέχεια, στο αρμόδιο για τους αιχμάλωτους κέντρο του γερμανικού στρατού.

Πέρασε καιρός. Μια κατασκότεινη νύχτα που λυσσομανούσε ο βοριάς, χτύπησε η πίσω πόρτα του σπιτιού μας, εκείνη που είναι απέναντι από την Ευαγγελίστρια. Ο πατέρας μου ανησύχησε  πολύ. Ποιος μπορούσε να είναι αυτή την ώρα, με τέτοιον καιρό; Ήταν ο Λασιάλα! Ζήτησε από τους  γονείς μου να του δώσουν τα λίγα ρούχα και κάτι μικροπράγματα που είχε  αφήσει, όταν απέδρασε από το ξενοδοχείο μας. Η μάνα μου τα είχε φυλάξει και του τα έδωσε. Του έδωσε  ακόμα, ό,τι φαγώσιμο υπήρχε στο σπίτι. Εκείνος μας ευχαρίστησε και χάθηκε στο σκοτάδι. Δεν τον ξαναείδαμε πια!

Στο μεταξύ ο καιρός περνούσε. Στο νησί μας εγκαταστάθηκαν πολλοί Γερμανοί, στρατιωτικοί και τεχνικοί, οι οποίοι κατασκεύαζαν το μεγάλο πολεμικό αεροδρόμιο, στην περιοχή της Μάρπησσας.

Ήλθε και ο Οκτώβριος του 1944. Οι Γερμανοί εγκατέλειψαν, επιτέλους, το νησί μας και είμαστε ελεύθεροι, ύστερα από την ιταλική πρώτα και τη γερμανική κατοχή, μετά!

Φαίνεται πως οι δύο Νεοζηλανδοί αεροπόροι επέζησαν τελικά, από την αιχμαλωσία και επέστρεψαν στην πατρίδα τους, γιατί ύστερα από δυο χρόνια –αν θυμάμαι καλά- ήλθε στον πατέρα μου μια επιστολή, από την Πρεσβεία της Νέας Ζηλανδίας, των Αθηνών. Είχε επάνω τους θυρεούς και τα εμβλήματα της Νέας Ζηλανδίας και μεταξύ των άλλων, έγραφε τα εξής:

«…Εις σας προσωπικώς επιθυμώ να είπω ότι, ουδέποτε θα λησμονήσωμεν αυτό που εκάματε. Γνωρίζομεν ότι ενεδύσατε και εθρέψατε τους άνδρας μας, όταν εσείς οι ίδιοι εστερείσθε… Δι’ όλα αυτά είμεθα βαθέως ευγνώμονες…».

Την επιστολή αυτή την υπέγραφαν ο Πρωθυπουργός της Νέας Ζηλανδίας και ο Διοικητής του 2ου Νεοζηλανδικού Εκστρατευτικού Σώματος.

Τα παράδοξα του πολέμου! Γερμανοί και Σύμμαχοι πολεμιστές, εχθροί στα πεδία των μαχών, λαβωμένοι τώρα και ανήμποροι, βρέθηκαν να νοσηλεύονται μαζί, μέσα στη θύελλα του πολέμου, σ’ ένα μικρό ξενοδοχείο, ενός μικρού νησιού, εκατοντάδες μίλια μακριά από τις πατρίδες τους, στην καρδιά του Αιγαίου!

2. Η επωνυμία του μικρού ξενοδοχείου, που διατηρούσε ο πατέρας μου, στην Παροικιά της Πάρου

3. Πολεμικά πλοία που ποντίζουν τις νάρκες, στη θάλασσα.

Από το βιβλίο του Παναγιώτη Πατέλλη: «Παριανές ιστορίες από τον τελευταίο πόλεμο και την εχθρική κατοχή».