"...και ωκοδόμησεν... εις γυναίκα..." | Της Μοσχούλας Κοντόσταυλου

«και επέβαλεν ο Θεός έκστασιν επί τον Αδάμ και ύπνωσε και έλαβε μίαν των πλευρών αυτού…..και ωκοδόμησεν ο Θεός την πλευράν, ην έλαβεν από τον Αδάμ, εις γυναίκα..»

Ιδού οι δύο λέξεις κλειδιά. «έκστασιν» και «ύπνωσε». Ένα ουσιαστικό και ένα ρήμα. Μέρη του Λόγου για να σταθεί κανείς σ’ αυτά και να κατά-λάβει. «Έκστασις»· Κατάσταση εξάλειψης κάθε στοιχείου ατομικότητας, ώστε δεκτική και παθητική να υποδεχτεί κανείς κάτι σαν τη μεταρσίωση της Αγίας Τερέζας, να πούμε, στο έργο του Μπερνίνι.

Οι Άγιοι εκστασιασμένοι υποδέχονται το Θεό, και ο Αριστοτέλης μιλάει για τρέλα.

«Ύπνωσε»· Κατάσταση βαθιάς χαλάρωσης, μερικής αναστολής της συνείδησης και του βοηθητικού έλεγχου.

Κάπως έτσι καταγράφτηκαν οι χαμένες στα κατάβαθα του χρόνου αναμνήσεις, (ή όπως αλλιώς τις πει κανείς), των ανθρώπων στη «Γένεση», δεκατρείς αιώνες πριν το Χριστό. Ενώ οι Έλληνες βάλανε το δικό τους Θεό να παραγγείλει στους υφισταμένους του «Ολύμπιους» την Πανδώρα, τέρψη, χαρά και ηδονή, συμφορά στο ανυποψίαστο αγκάλιασμα. Άλλες αναμνήσεις, αναπολήσεις, επαναφορές στη μνήμη; Ποιος ξέρει από ποιες διδαγμένες ή βιωμένες των ανθρώπων καταγεγραμμένες  ποιητικά, πριν τον Όμηρο ακόμη.

Έκτοτε κύλησε πολύ νερό στη γη και ποτέ στο ίδιο ποτάμι δε βάλανε τα πόδια τους οι άνθρωποι. Κάποιοι μίλησαν για μητριαρχικές κοινωνίες που ποτέ δεν επιβεβαιώθηκαν, άλλοι για πατριαρχικές, εμπειρικά επιβεβαιωμένες αυτές. Βγήκαν σουφραζέτες στις μητροπόλεις του κόσμου, εργάτριες, μισθωτές κι επιστημόνισσες στους δρόμους κι άλλες δυστυχώς στα πεζοδρόμια.

Έγραψε Ο Ζενέ τις «Δούλες» και ο Απόστολος Παύλος πιο παλιά πως «ουκ ένι άρσεν και θήλυ».  Ήρθε και ο Μαρξ να δώσει βήμα στους άμοιρους και ήθελε ν’ αλλάξει και τη ζωή τους αυτός ο ποιητής. Γυναίκες μάνες και γιαγιάδες, γεννήτρες και τροφοί, μαύρες, λευκές, κίτρινες, ερυθρές, διωγμένες, μετανάστριες και πρόσφυγες, πολεμίστριες και άπραγες, γραμματιζούμενες και αγράμματες, σκληρές και τρυφερές, άφλεκτες βάτοι και κατακαμένες υπάρξεις, νεφέλες ολόφωτες, γυναίκες αγλαόκαρπες, κυοφορούσες, πλανώμενους, πλάνητες και λυτρωτές!

Και η Ελένη να σεργιανάει ολόφωτη στου Ίλιου τα τείχη και άλλοτε οδυρόμενη στις αμμουδιές του Πρωτέα. Ότι ποτέ δεν πάτησε το πόδι της στην Τροία. Και απ’ το αρχαίο νεκροταφείο της Πάρου, τάφοι γεμάτοι εικοσάχρονες, να μαρτυρούν πως στη γέννα πέθαναν, στη γέννα πεθαίνανε οι νιες, για να γεννηθεί η ανθρωπότης. 

Οι γυναίκες έκλεβαν απ’ τον άντρα τη σπορά και καλλιεργούσαν μόνες το χωράφι. Είχανε τη δική του ιδιοκτησία απαραβίαστη, σεργιανούσαν σείοντας μες τη μέθη της δημιουργίας τη στρογγυλή κοιλιά τους, κάτω απ’ τις πορτοκαλιές της άνοιξης σάμπως να κουβαλούσαν πίσω απ’ την άσπρη ποδιά τους μικρές γήινες σφαίρες. Δε μιλούσαν οι γυναίκες. Αγέρωχες αυτές, ανήκαν στο μέλλον, προχωρούσαν. έτσι μίλησε ο Ρίτσος.

Ας συγκρατήσουμε τα πολλά λόγια στις επετείους, στα αφιερώματα και τις γιορτές. Γενικά και τώρα ειδικότερα. Τώρα που πενθούνε οι γυναίκες για το θάνατο των περισσότερων που είχαν κατακτήσει. Τους φτάνει η τιμωρία των αρχαίων Θεών με κείνες τις δυσφημιστικές ιστορίες της Πανδώρας και της Εύας. Κι ο Αδάμ δειλός, καμιά ευθύνη δεν έχει,  γιατί όταν εκείνη δημιουργούνταν, αυτός ήταν ναρκωμένος. Ας ξεναρκωθεί. Ας ανανήψουμε όλοι. Γυναίκες και άντρες. Είμαστε άνεργοι. Άνεργες. Οι περισσότεροι φτωχοί. Κι όταν μορφωνόμαστε, κι όταν ταπεινωνόμαστε, έχουμε μια γεύση αποτυχίας στα χείλη. Εκτός αν κάποιες από μας γίνουν Λαγκάρντ ή Μέρκελ. Αλλά τότε δεν είμαστε γυναίκες!

Και το δυσκολότερο· Ο Μαρξ περιμένει την Ανάσταση των άμοιρων της γης.

Μοσχούλα Κοντόσταυλου