Παριανές Μνήμες: Αντάρτες του Ε.Λ.Α.Σ.

Τις πρώτες μέρες του Νοεμβρίου του 1944 ήλθε στην Πάρο από την Εύβοια, μια ομάδα ανταρτών του Ε.Λ.Α.Σ. (Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός).

Επικεφαλής της, ήταν ο καπετάν Κολοκοτρώνης, ένας πανύψηλος άνδρας με γένια, εγγλέζικη χακί στολή, σταυρωτά φυσεκλίκια στο στήθος και ένα γερμανικό αυτόματο όπλο στον ώμο. Φορούσε χακί δίκοχο στο οποίο ήταν κεντημένα με μικρά γράμματα η φράση «Ε.Λ.Α.Ν.» (Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Ναυτικό). Στην Παροικιά, οι αντάρτες σε συνεργασία με λίγους κατοίκους της κωμόπολης κατέλυσαν τις αρχές και διόρισαν στις θέσεις τους δικούς τους ανθρώπους. Ακόμα και λαϊκούς δικαστές όρισαν, γεωργούς και επαγγελματίες. Δε δημιουργήθηκε όμως κανένα επεισόδιο.

Αντίθετα στα κάτω χωριά και ιδιαίτερα στα Μάρμαρα, τα πράγματα εξελίχθηκαν εντελώς διαφορετικά…

«4 Νοεμβρίου 1944. Οι κουμμουνισταί, υπό την αιγίδα του Ε.Α.Μ. μετέβησαν εις Τσιπίδον ίνα αφαρπάσουν τα όπλα και λοιπά πολεμοφόδια τα οποία, φεύγοντας οι Γερμανοί, άφησαν εις την πεδιάδα των χωριών (αεροδρομίου) και λοιπά μέρη. Οι Μαρμαριανοί, ιδίως, αντέταξαν επίμονον άρνησιν, ής το αποτέλεσμα ήτο η σύρραξις μετά των ανταρτών αυτών, συνεπικουρούντων και των κατοίκων των δύο άλλων χωρίων κατά των κουμουνιστών. Η πολεμική σύρραξις παρετάθη μέχρι των εσπερινών ωρών, αποτέλεσμα της οποίας ήτο το άγριον ξυλοκόπημα των ανταρτών, ο αφοπλισμός των και η κράτησις των. Δύο κατόρθωσαν να διαφύγουν. Ο αρχηγός των εν Παροικία, Κολοκοτρώνης, δια τελεσιγράφου, διαμήνυσεν ν’ απολυθούν οι κρατούμενοι, διότι θ’ αποσταλή ισχυροτέρα δύναμις. Οι εν Τσιπίδο απήντησαν ότι περιμένουν (ειρωνικώς) την ενίσχυσιν. Πάνοπλοι οι κάτοικοι των χωρίων Δραγουλά, Μαρμάρων και Τσιπίδου, είναι έτοιμοι να πολεμίσουν, εάν δεν επαναφέρουν τας καταλυθείσας Αρχάς εις την θέσιν των, τας καταλυθείσας υπό των ανταρτών. Τούτο δε κυριώτατα διότι, πληροφορίαι εκ Νάξου επιβεβαίωσαν έν γεγονός ότι υπάρχει εκεί πλοίον αλεύρου και τροφίμων, το οποίον είχεν σκοπόν να έλθει εις Πάρον, προς εκφόρτωσιν και παράδοσιν των ειδών εις τας Αρχάς τας καθεστηκυίας, πλήν διότι επληροφορήθη κατάλυσιν των Αρχών, ανέκρουσε πρύμναν, διερωτηθέν και ζητήσαν πληροφορίας, που να τα παραδώση, εφ’ όσον δεν υπάρχουν Αρχαί».

Τελικά οι αντάρτες που κρατούσαν οι Μαρμαριανοί, αφέθηκαν ελεύθεροι και επέστρεψαν στην Παροικιά. Ο καπετάν-Κολοκοτρώνης, τους πήρε και όλοι μαζί, μπήκαν σ’ ένα καΐκι και έφυγαν για την Εύβοια. Διαδόθηκε τότε ότι, φεύγοντας, απείλησαν πως θα επιστρέψουν στο νησί μας, με ισχυρή δύναμη, για να τιμωρήσουν τους κατοίκους του, για όλα όσα συνέβησαν στα κάτω χωριά. 

Πηγές: «Παριανές ιστορίες από τον τελευταίο πόλεμο και την εχθρική κατοχή» του Παναγιώτη Ι. Πατέλλη

 

Χριστόδουλος Α. Μαούνης