Αντίο μαμά

47837.jpg

Ένας φίλος μου είπε ότι όταν φεύγει από τη ζωή η μητέρα σου σταματάς να είσαι «ο μικρός», καθώς μόνο τότε νιώθεις ότι μεγάλωσες. Έτσι και εγώ, την πρώτη μέρα που γύρισα σπίτι μετά την «αναχώρησή» σου, ένιωσα να μην έχεις τα μάτια σου στην πόρτα για να με δεις που μπαίνω και στη συνέχεια να γυρίζεις από την άλλη πλευρά κάνοντας την κοιμισμένη… Αυτό το συναίσθημα και το «παιχνίδι» σου δε θα το ξανανιώσω…

Σε θυμάμαι εκεί, στην Παλιά Κοκκινιά, στην Α’ δημοτικού όταν πρωτοπήγα. Θυμάμαι το καμάρι που είχες. Σε θυμάμαι εκεί, όταν σου είπα: «πέρασα στην ΑΣΟΕΕ», που έβγαλες συνωμοτικά πέντε χιλιάρικα από την τσέπη σου και μου είπες: «Πάρτα αυτά και πήγαινε με τους φίλους σου βόλτα». Σε θυμάμαι εκεί, όταν πήγα στρατιώτης, που έκλαιγες γιατί νόμισες ότι πάω στον πόλεμο…

Σε θυμάμαι εκεί, σε κάθε «πρώτη φορά» της ζωής μου να είσαι σε κάποια άκρη και να με βλέπεις κρυφά. Σε θυμάμαι εκεί, όταν στην πρώτη δουλειά που έπιασα και έγραφα τα εφημερεύοντα φαρμακεία – νοσοκομεία και τις λαϊκές στην Αθήνα, που έπαιρνες κάθε μέρα την εφημερίδα και τα διάβαζες! Ήσουν η μοναδική αναγνώστρια μου και ας σε «δούλευαν» όλοι στο σπίτι. Πλέον δε θα γκρινιάζω άλλη φορά για όλες τις παρατηρήσεις που είχες να μου κάνεις και εγώ πάντα αντιδρούσα, γιατί εγώ ήξερα…

Από το Σάββατο 24 Φεβρουαρίου 2018 δεν είσαι πια μαζί μου και έφυγες για άλλους κόσμους. Έμεινα πίσω για να θυμάμαι εσένα, τον μπαμπά και την αγαπημένη μου αδελφή Σούλα, που έφυγε πρώτη απ’ όλους, και τόσο μικρή.

Τέλος, δε θα μπορούσα παρά να ευχαριστήσω όλους εκείνους που ήρθαν να μου συμπαρασταθούν κατά την εξόδιο ακολουθία, αλλά και εκείνους που μου συμπαραστάθηκαν όλο αυτό το χρονικό διάστημα στην ασθένεια της μητέρας μου.

Δ. Μ. Μ.