Παριανές Μνήμες: Οι κούνιες του Πάσχα και της Άνοιξης

Το δρώμενο αυτό δεν ήταν ένα απλό παιχνίδι ή ψυχαγωγία. Κατάλοιπο της εορτής των Ανθεστηρίων, όπου στην αρχαιότητα η αιώρηση είχε καθαρτική λειτουργία που επιτυγχανόταν μέσω του αέρα και αποσκοπούσε στην επίτευξη ευφορίας των καρπών και της γονιμότητας των γυναικών.

Οι κούνιες συνηθίζονταν την Κυριακή του Πάσχα και τη Δευτέρα της Διακαινησίμου, την Κυριακή του Θωμά, ανήμερα της εορτής του Αγίου Γεωργίου και του Αγίου Μάρκου.
Η κούνια ήταν κατασκευασμένη από τέσσερα σχοινιά στα οποία ήταν προσαρμοσμένο ένα μαξιλάρι ή μια κουρελού πάνω στο οποίο κάθονταν. Οι κούνιες αυτές στήνονταν συνήθως σε μεγάλα δέντρα είτε στις γειτονιές, είτε στα περιβόλια στις εξοχές. 
Η αιώρηση συνοδευόταν από τραγούδια-ευχές, που είχαν συγκεκριμένο περιεχόμενο, τα περισσότερα όμως ήταν σχετικά με την αγάπη.
«Ποιος ουρανός ποια θάλασσα,
ποια βρύση δε θολώνει,
ποιος έχει αγάπη στην καρδιά,
και δεν τη φανερώνει».
«Κυπαρισσάκι μου ψιλό,
σκύψε να σου μιλήσω,
έχω δυο λόγια να σου πω  
κι ύστερα ας ξεψυχήσω».
       
Για τη νέα ανύπαντρη κοπέλα και τον ελεύθερο νέο η ευχή μέσω του τραγουδιού ήταν να καλοπαντρευτούν, ενώ για τις νιόπαντρες να γυρίσει σύντομα ο καλός τους από τα ξένα.
«Φαρμάκι με ποτίσανε,
μα η καρδιά μου ξέρει,
ότι πολύ για σε χτυπά, 
και θα σε κάνω ταίρι».
«Να ’μουν πουλί να πέταγα,
να ’μουν χελιδόνι,
να ερχόμουνα να σ’ εύρισκα,
να μου περνούν οι πόνοι».

Στο πανηγύρι της κούνιας, οι κοπέλες έβγαιναν ντυμένες με τα γιορτινά τους. Αυτή η μέρα ήταν πολύ σημαντική γι’ αυτές, καθώς τους δινόταν η ευκαιρία να δουν από κοντά κάποιους νέους που ποθούσαν, μιας και την εποχή εκείνη η γυναίκα είχε ελάχιστες δημόσιες εμφανίσεις.  
«Έρωτα την σαΐτα σου,
να την μαλαματώσεις,
γιατί δεν άφησες καρδιά, 
να μην την ’ναι λαβώσεις».
«Δες τρέμει η καρδούλα μου,
κι οι φλέβες του κορμιού μου,
μα μήτε ώρα μήτε στιγμή,  
δεν βγαίνεις απ’ το νου μου».

Κατά τη διάρκεια του δρώμενου συχνά τα κορίτσια άφηναν να φανεί κάποιο κρυφό χαμόγελο ή ένα γλυκό βλέμμα σε κάποιο συγκεκριμένο νεαρό και αν υπήρχε ανταπόκριση, γινόταν το προξενιό!
«Δεν ξέρω πόσο τον αγαπώ,
και σαν τον βλέπω λιώνω,
κι ‘χω αγάπη μυστική,
και μυστικό τον πόνο».
«Πουλί μου την αγάπη σου 
στο χρυσοχό την έχω,
για να την κάνει εικόνισμα,
να προσκυνώ να πέφτω».

Στις κούνιες αιωρούνταν και οι νιόπαντροι και οι αρραβωνιασμένοι, οι οποίοι εύρισκαν έτσι μια ευκαιρία για να κυκλοφορήσουν μαζί δημόσια, αφού η συντηρητική κοινωνία απαγόρευε την συνεύρεσή τους πριν το γάμο.
«Όλος ο κόσμος κι ο ντουνιάς,
για μας συνομιλούνε,
σε απορία βρίσκονται, 
το τέλος μας να δούνε».
«Τάζω σε Παναγία μου,
οκάδες το λιβάνι,
για να μας βάλεις και των δυο,
στην κεφαλή στεφάνι».

Ανάμεσα στα λόγια του τραγουδιού που έλεγαν στην αιωρούμενη, «έπλεκαν» εκτός από το όνομά της και το όνομα του αγαπητικού της. Πράγμα που κατά κάποιον τρόπο επιδιώκονταν να γίνει, για να πραγματοποιηθεί η επιθυμία της.
«Η πεντάμορφη η Μαριώ, αρρωσταίνει στο χωριό,
μάνα μου αν θες να γιάνω, παντρεψέμαι με το Γιάννο,
στης αγάπης το μπουρίνι, τι να κάνει η ασπιρίνη».
«Μες στην καρδιά μου φύτρωσε,
φαρμακερό βοτάνι,
και μόνο η αγάπη σου,
μπορεί να μου το γιάνει».

Συχνά το δρώμενο έπαιρνε κωμικό χαρακτήρα και τα στιχάκια που ακούγονταν διακωμωδούσαν τον αιωρούμενο, ιδιαίτερα αν αυτό το άτομο ήταν μεγάλης ηλικίας και δεν του ταίριαζαν τέτοιες διασκεδάσεις. 
«Και ο αγέρας που φυσά,
κι εκείνος είναι εχθρός μου,
μάζεψε όλα τα φρόκαλα,
και τα έφερε εμπρός μου».
«Η μάνα σου η μάγισσα,
κι η αδελφή σου η τούρκα,
να παν’ να σου βρούνε κοπελιά,
σαν τα δικά σου μούτρα».
«Ω υστερνέ μου λογισμέ,
και πώς δε σ’ είχα πρώτα,
να κάμω στην καρδούλα μου,
μια σιδερένια πόρτα».

Η πληθώρα ψυχαγωγικών εκδηλώσεων, οδήγησε σταδιακά στην απομάκρυνση των ανθρώπων και από αυτό το έθιμο όπως και από πολλά άλλα που έπαψαν να τελούνται και διασώζονται μόνο ως ευχάριστες αναμνήσεις. 
 
Πηγές: Συλλογή Μαούνη Χριστόδουλου