Παριανές Μνήμες: Τα έθιμα των ημερών του Πάσχα στην Πάρο (Μέρος 2ο)

Την Μεγάλη Πέμπτη, νωρίς τα χαράματα, στο «αυγικό» κοινωνούσαμε. Στη συνέχεια ξεκινούσαν οι προετοιμασίες για τον εορτασμό της Ανάστασης.

Οι νοικοκυρές έβαφαν τα κόκκινα αυγά, το πρώτο κόκκινο αυγό, το τοποθετούσαν στο εικονοστάσιο του σπιτιού. Ζύμωναν λαμπροκουλούρες ή κουτσούνες, καλαθάκια, διάφορα σχήματα με ένα κόκκινο αυγό, διατηρώντας τα μέχρι της Αναλήψεως. Έπλαθαν πασχαλιάτικα κουλουράκια, τσουρέκια, γλυκιές τυρόπιτες, το «κοινωνικό», που ήταν πρόσφορο σε σχήμα σταυρού. Κάποτε που οι ιερείς δεν ήταν μισθωτοί, ομάδα παιδιών, κρατώντας ένα πανέρι, μάζευαν από τους νοικοκυραίους το «αυγό του παπά». Αυτήν την ημέρα οι νοικοκυρές δεν πλένουν, δεν απλώνουν, ούτε κάνουν άλλες δουλειές στο σπίτι.

Τη μεταπολεμική περίοδο, το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης και ολόκληρη την Μεγάλη Παρασκευή, γινόταν «μονοκκλησία», ο ναός της Εκατονταπυλιανής.

Μετά τις εκκλησιαστικές τελετές, στολιζόταν ο επιτάφιας περίτεχνα και με μεγάλη προσοχή, από τους επιτρόπους, ενώ σήμερα στολίζετε από γυναίκες.

Το ξυλόγλυπτο αυτό κομψοτέχνημα είναι έργο του αείμνηστου ξυλογλύπτη Χαρατσάρη, (αντίγραφο του επιταφίου βρίσκεται στο Βυζαντινό μουσείο της Παναγίας), με τα τριάντα τρία κεριά και το φιλοτεχνημένο από τα χέρια της αείμνηστης Μαρίας Ναυπλιώτη «Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου Τέκνον, πού έδυ σου το κάλλος», από κοχύλια.

Το μεσημέρι της Μεγάλης Παρασκευής έχουμε την Αποκαθήλωση, την περιφορά του επιταφίου, μέσα στο ναό και φυσικά από την χορωδία τα «Ότε εκ του ξύλου…» και στη συνέχεια το βράδυ, τα εγκώμια, καθώς και την περιφορά τα μεσάνυκτα, στους δρόμους της πόλης. Όλη την ημέρα οι καμπάνες χτυπούν πένθιμα, παραδοσιακά απαγορεύεται κάθε εργασία και γίνεται αυστηρότατη νηστεία, ούτε λάδι!

Μετέπειτα που η Εκατονταπυλιανή δεν ήταν «μονοκκλησιά», συναντιόταν οι δύο επιτάφιοι στον ανεμόμυλο του λιμανιού στις δώδεκα ακριβώς. Σήμερα συναντώνται τρεις επιτάφιοι, των δύο ενοριών με τον επιτάφιο του Προσκυνήματος, στο ίδιο ακριβώς σημείο και ακολουθούν την ίδια πορεία με τότε. Όταν η περιφορά του επιταφίου, μπει στην κεντρική αγορά, πιστοί από τα μπαλκόνια τους θυμιάζουν, και ραίνουν με ροδοπέταλα, ανθούς λεμονιάς και κολόνια «Μυρτώ», αναπαριστάνοντας το «έραναν τον τάφο…», υπό τις ψαλμωδίες της χορωδίας. Πριν την είσοδο του επιταφίου στο ναό, οι ευσεβείς χριστιανοί, περνάνε από κάτω .

Στη συνέχεια θα ακολουθήσει η λειτουργία του Μεγάλου Σαββάτου, η οποία γίνεται έξω από το Ιερό Βήμα και ο επιτάφιος κάνει τη χρήση της Αγίας Τράπεζας. Ο ιερέας ψάλλοντας το «Ανάστα ο Θεός» σκορπά δαφνόφυλλα, ενώ οι πιστοί χτυπούν τα στασίδια με δύναμη. Επίσης μοιράζονται στους πιστούς, λουλούδια και κεριά του επιταφίου, για ευλογία. 

Το Μεγάλο Σάββατο ετοιμαζόταν το αναστάσιμο νυκτερινό τραπέζι, με το βραστό το αρνάκι, αργότερα ήρθε και η μαγειρίτσα. Με το «Χριστός Ανέστη», άρχιζε η μάχη των βαρελότων, με μικρό τραυματισμούς στα πόδια των κοριτσιών, που φορούσαν τα «λαμπριάτικα» τους. Μερικές φορές καίγαμε και τον Ιούδα. Με το «Άγιο Φως»  κάναμε τον καθιερωμένο σταυρό στη πόρτα του σπιτιού. Αρκετοί κάθονταν μέχρι το τέλος της πασχαλινής λειτουργίας, ενώ οι πεινασμένοι έφευγαν αμέσως για να «πασχάσουν» μετά το «άρατε πύλας»!

Την Κυριακή του Πάσχα στην Πάρο δε σουβλίζαμε αρνί. Το παραδοσιακό φαγητό ήταν το αρνάκι στο φούρνο με πατάτες. Το μεσημέρι της Κυριακής του Πάσχα, γινόταν η λιτανεία, μέσα σε βομβαρδισμούς από βαρελότα. Στη συνέχεια, ο εσπερινός της Αγάπης ή Δεύτερη Ανάσταση, όπως τη λέμε λαϊκά, με τα ορειχάλκινα γουδιά, που κτυπούν τα παιδιά μέσα στο Ιερό Βήμα και το Ιερό Ευαγγέλιο που διαβάζεται σε δεκάδες ξένες γλώσσες για να διατρανωθεί παγκοσμίως η Ανάσταση του Κυρίου.

Κάποτε, μετά τον εσπερινό, νέοι και νέες έτρεχαν στις «κούνιες», που δένανε στα δέντρα των κήπων και στις πλατείες, όπου εκεί άρχιζαν τα πρώτα ειδύλλια, ανταλλάσοντας στιχάκια! (Παραθέτω ένα… τα υπόλοιπα σε άλλη έκδοση).  

«Ερώτησα τον έρωτα,

τι ρούχα να φορέσω,

κ’ εκείνος μου ’πε θαλασσί,

της αγάπης μου ν’ αρέσω».

Μερικά από τα έθιμα των ημερών του Πάσχα, παραμένουν ακόμη ζωντανά και έχουν περάσει από γενιά σε γενιά «δένοντας» το χθες με το σήμερα.

Πηγές: α) Συλλογή Μαούνη Χριστόδουλου, β) «Αναμνήσεις ενός Παριανού», του Παναγιώτη Πατέλλη.

Χριστόδουλος  Α.  Μαούνης