Παριανές Μνήμες: Ο θερισμός

Στην ελληνική μυθολογία η Θεά Δήμητρα προστάτιδα της γεωργίας, δίδαξε την καλλιέργεια του σιταριού στον Βασιλιά της Ελευσίνας, Τριπτόλεμο και έδωσε έτσι στους ανθρώπους ένα από τα πιο βασικά συστατικά της διατροφής τους.

Στα νησιά του Αιγαίου, η έλλειψη πεδιάδων και αγρών οδήγησε τους αγρότες στην έξυπνη λύση της πεζούλας. Πρόκειται για το χτίσιμο πέτρινων αντιστηριγμάτων, έτσι ώστε να δημιουργηθεί στο άγονο και επικλινές έδαφος καλλιεργήσιμη γη. Οι πεζούλες εκτός από τη χρηστική τους αξία χαρίζουν στο τοπίο μια ιδιαίτερη ομορφιά.

Με τη σπορά του σιταριού, που ξεκινά με τα πρωτοβρόχια του χειμώνα, έρχεται στη συνέχεια τον Μάιο ή αρχές Ιουνίου, η ώρα του θερισμού. Άνδρες γυναίκες και παιδιά θέριζαν τα στάχυα με τα δρεπάνια, τα μάζευαν σε δεμάτια και τα μετέφεραν στ’ αλώνια σχηματίζοντας σωρούς, τις λεγόμενες «θυμωνιές». Το αλώνι είχε σχήμα κυκλικό ακτίνας 6-8 μέτρων και περιστοιχίζονταν από μεγάλες πέτρες, τους αντραλίκους, τοποθετημένες όρθιες, καρφωτές. Μερικά περιστοιχιζόταν με πεζούλι. Το δάπεδο του αλωνιού, παλαιότερα ήταν χωμάτινο με ειδική πάτωση που αργότερα επιστρώθηκε με ψαρόπλακες.

Το αλώνισμα, η διαδικασία του διαχωρισμού του καρπού από τα στάχυα, ξεκινούσε όταν πύρωνε η μέρα, για να αποσπάται γρηγορότερα ο καρπός τους. Τη δουλειά αυτή την έκαναν δεμένα ζώα στον ζυγό που περιστρέφονταν γύρω του αλλάζοντας κατεύθυνση (αλάγιασμα) από τον αλωνιάρη και καθώς έτρεχαν, έσπαζαν τα στάχυα με τις οπλές τους.

Τα άχυρα μεταφέρονταν στις αποθήκες όπου στοιβάζονταν για ζωοτροφές, ενώ στο αλώνι με την έλευση των μελτεμιών ερχόταν η ώρα του «λιχνίσματος», του διαχωρισμού δηλαδή των ψιλών άχυρων και της φλούδας από τον καρπό. Με το ξυλόφτερο σήκωναν ψηλά το μείγμα και ο καρπός –βαρύτερος καθώς είναι- έπεφτε κάτω, ενώ τα υπόλοιπα τα παράσερνε μακρύτερα ο αγέρας. Το τελικό ξεκαθάρισμα γίνονταν με το κόσκινο, ενώ ο καθαρισμός του σιταριού γινόταν στη βρύση, όπου πλένονταν με καθαρό νερό και μετά απλώνονταν στον ήλιο για να στεγνώσει. Τότε το στάρι ήταν πια έτοιμο για να πάει στον μύλο. Ο καρπός αποθηκευόταν σε ρωγούς (κτιστούς αποθηκευτικούς χώρους), στους οποίους τοποθετούσαν στρώσεις άμμου και ακονιζά (είδος βοτάνου που αποτρέπει τα έντομα), για να προστατέψουν τη σοδειά από τα ζωύφια.

Μονάδες μέτρησης των σιτηρών ήταν το πινάκιο και ο νάπος. Μέσα σε σακιά μεταφέρονταν ο καρπός στο ανεμόμυλο για να αλεσθεί. Κάθε είδος δημητριακού απαιτούσε διαφορετική μεταχείριση. Εδώ φαινόταν η δεξιοτεχνία του μυλωνά, για να μην «ανάψει» το αλεύρι.

Από το 1960 κι έπειτα, με την έλευση των μηχανών, άρχισε να σβήνει αυτή η διεργασία των σιτηρών.  

Πηγές: α) «Μηχανή του χρόνου», β)«Παριανά» τευχ.131