Ανάλυση για το Μουντιάλ 2018 από τον Π. Κένερ (Μέρος 2ο)

ΜΟΥΝΤΙΑΛ 2018 ΜΕΡΟΣ Β’ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΠΡΩΤΑΘΛΗΤΡΙΑΣ ΓΑΛΛΙΑΣ

Γαλλία Η «συνταγή» της επιτυχίας

Η Γαλλία είχε υψηλής ποιότητας παίκτες, ορισμένοι εκ των οποίων είχαν σχετικά μικρή συμμετοχή και μάλιστα ως αναπληρωματικοί. Ο Ντεσάμπ χρησιμοποίησε-εμπιστεύτηκε λίγους παίκτες. Έτσι, πολλοί πρωτοκλασάτοι παίκτες έπαιξαν ελάχιστα, κάτι που δεν έκαναν ή δεν τόλμησαν να κάνουν άλλες ομάδες, όπως η Βραζιλία, η Ισπανία και η Γερμανία. Ο Ντεσάμπς προσανατόλιζε την τακτική του ανάλογα με τη δύναμη του αντιπάλου και με την έκβαση του παιχνιδιού. Στηριζόταν σε μία συμπαγή άμυνα, ενώ επιθετικά προσπαθούσε να βγει στην πλάτη του αντιπάλου με γρήγορη επιθετική μετάβαση.

Παρουσίασε μια ομάδα με πάρα πολύ καλή ισορροπία στη σύνθεση της ομάδας. Δίπλα από τους «γερόλυκους» Λιώρις, Ζηρού και Ματουιντί, είχε παίκτες όπως ο Γκρίεζμαν, ο Βαράν, ο Ουμτιτί, ο Καντέ και άλλους, που ήταν μεταξύ 23-24 έως 27-28 ετών, αλλά με πολύ διεθνή εμπειρία. Ακόμα είχε καλέσει πολλά ταλέντα, που δεν είχανε κλείσει ακόμα τα 20 τους χρόνια, αλλά ήδη παίζουνε στο υψηλότερο επίπεδο (Εμπαπέ, Ντεμπελέ κ.ά.). Όλα αυτά ήταν πάρα πολύ σημαντικά και αυτή η επιλογή, το μίγμα τεχνικής και ταλέντου, παίκτες με πολύ καλή ατομική τακτική κατάρτιση, ευνοούσε την ομάδα στο να έχει πολλές τακτικές παραλλαγές.

Για παράδειγμα η κεντρική γραμμή, όπου ο δυναμικός και εργατικός Kαντέ (με τη σίγουρη πρώτη πάσα για να ξεκινήσει την επίθεση, με το ακούραστη τρέξιμο και την ετοιμότητα να βοηθήσει να κερδίσει την μπάλα στην άμυνα), είχε για συμπαίκτη το δυναμικό Πογκμπά και τον εργατικό Ματουιντί. Στην επίθεση χρησιμοποιούσε για το κλασικό 1-2, τον Ζιρού (με δύναμη στην κεφαλιά) ο οποίος έπαιζε ακριβώς πάνω στην αμυντική γραμμή του αντιπάλου. Είχε στις άκρες Γκρίεζμαν και Εμπαπέ για να εκμεταλλευτεί την ταχύτητα και την ποιότητά τους στο ένας εναντίον ενός. Έτσι είχε τη δυνατότητα παίζοντας σχεδόν πάντα με την ίδια ενδεκάδα, να παρουσιάζει διαφορετικές τακτικές και να αλλάζει σκεπτικό μέσα στο παιχνίδι.

Η σημασία του Ραφαέλ Βαράν και ο ρόλος του Σαμουέλ Ουμτιτί.

Το αμυντικό κεντρικό ζευγάρι της  Γαλλίας ήταν οι αμυντικοί βράχοι –μα εξαιρετικά κινητικοί βράχοι– και ήταν ένας από τους λόγους που η γαλλική ομάδα κατέκτησε το ΠΚ.

Η κυριαρχία στον αέρα, αλλά και με την μπάλα κάτω, ήταν δεδομένη σε όλες τις φάσεις του παιχνιδιού τους. Η δύναμή τους και ο έλεγχος των αμυντικών καταστάσεων ήταν ζωτικής σημασίας στην καρδιά της γαλλικής άμυνας, για να λειτουργήσει σωστά. Η υποστήριξη, η πρόβλεψη και η ετοιμότητα να κυριαρχήσουν σε μεταβατικές καταστάσεις, ενώ η ομάδα επιτιθότανε, ήταν η βάση για την κατοχή της μπάλας.

Σε όλη τη διάρκεια του ΠΚ, η Γαλλία είχε δύο από τα καλύτερα σέντερ μπακ στον κόσμο.

Τα «κλειδιά» της επιτυχίας

Όταν ο αντίπαλος της Γαλλίας είχε κατοχή, η Γαλλία συγκεντρωνόταν και δημιουργούσε μια συμπαγή άμυνα. Έτσι λειτουργούσε πολλές φορές και όταν ο αντίπαλος ξεκίναγε το παιχνίδι του από την άμυνα. Η πρώτη γραμμή του πρέσινγκ ξεκινούσε πίσω από τη γραμμή της σέντρας. Αυτό συνέβαινε ακόμα και με ομάδες που είχαν πολύ πιο αδύναμους παίκτες, όταν οι αντίπαλοι είχανε κατοχή.

Σπάνια μεν, αλλά είδαμε και τη Γαλλία κάποιες φορές να κάνει μεγάλη πάσα από την άμυνα στην επίθεση. Αυτό έδινε πρόσθετη δυσκολία στον αντίπαλο, γιατί αφ’ ενός τον δυσκόλευε να καταλάβει πώς έπαιζε η ομάδα της Γαλλίας, αφ’ ετέρου τον ανάγκαζε να κρατήσει βάθος, φοβούμενος μια μεγάλη κάθετη πάσα από την άμυνα στην επίθεση, με αποτέλεσμα να κρατά παίκτες στο κεντρικό τρίτο του γηπέδου.

Η Γαλλία λειτουργούσε με ένα 4-4-2, μοίραζε το χώρο και αντιδρούσε διαφορετικά με κάθε αντίπαλο. Έτσι, είδαμε των Ντεσάμπ να αντιδρά (π.χ. εναντίον του Βελγίου, όταν το Βέλγιο έπαιζε με τρεις στο χώρο του κέντρου) αλλάζοντας το σύστημά του σε ένα 4-3-3.

Χαρακτηριστικό του παιχνιδιού της Γαλλίας, όταν δεν είχε κατοχή της μπάλας, ήταν η αναμονή στο να κάνει ο αντίπαλος το λάθος. Οι παίκτες της μετακινούνταν στο γήπεδο ανάλογα με το πού βρισκόταν η μπάλα, κλείνοντας τους διαδρόμους. Ξεκάθαρα προσπαθούσαν να καθοδηγήσουν τον αντίπαλο, μέσω της πρώτης γραμμής του πρέσινγκ, να φέρει την μπάλα στις άκρες.

Όταν η μπάλα πήγαινε προς τον άξονα, τότε ο κάτοχος δεχόταν επιθετικό πρέσινγκ από τους παίκτες του κεντρικού άξονα της Γαλλίας, οι οποίοι είχαν και την πολύ καλή ικανότητα της πρόβλεψης.

Γρήγορη μετάβαση στην άμυνα

Ένας πρόσθετος παράγοντας που έδινε σταθερότητα στη γαλλική άμυνα, ήταν η αντίδραση στην απώλεια της μπάλας. Όλοι οι παίκτες είχαν διάθεση να γυρίσουν πίσω από την μπάλα, με ταχύτητα, σαν ομάδα. Όταν ο αντίπαλος κέρδιζε την μπάλα, ήταν από δύσκολο έως αδύνατο να βρει ανοργάνωτη τη γαλλική άμυνα. Μια άμυνα που με το χάσιμο της μπάλας, τάχιστα, είχε εφτά ή και οχτώ ποδοσφαιριστές, οργανωμένους, μπροστά από την περιοχή τους.

Η Γαλλία δεν δέχτηκε ούτε ένα γκολ όταν έχασε την μπάλα στο αντίπαλο μισό. Ούτε καν μία ξεκάθαρη ευκαιρία για να δεχτεί γκολ! Αντιμετώπιζε μικρά προβλήματα στις στημένες φάσεις και στις μεγάλες μπαλιές στην πλάτη της άμυνας. Εάν κάποιος ψάξει να βρει τις αιτίες, πώς δέχτηκε γκολ, ή πώς δημιούργησαν ευκαιρία οι αντίπαλοί της, θα δει ότι ο αντίπαλος προσπαθούσε να αντιμετωπίσει τη συμπαγή γαλλική άμυνα με σουτ από μέση απόσταση. Ακόμη, η Γαλλία είχε μικρά προβλήματα στην άμυνα μέσα στη μεγάλη περιοχή, στις σέντρες και στις ψηλές μπαλιές. Υπήρχαν μικρά προβλήματα στη διανομή του χώρου. Οι επιστροφές του Πογκμπά πολλές φορές δημιουργούσαν σύγχυση, αντί σταθερότητα.

Με την μπάλα από το παιχνίδι θέσεων, γρήγορα στην πλάτη της άμυνας του αντιπάλου

Η Γαλλία, γενικά, άρεσε. Είχε ένα καλό ρεπερτόριο με διάφορες μορφές επίθεσης. Εκεί που έβλεπες ένα παιχνίδι θέσεων, με δομή στις γραμμές της, ξαφνικά είχε και τη μεγάλη μπαλιά. Είχε υψηλή ποιότητα στις μεταβιβάσεις της και γινόταν πάρα πολύ επικίνδυνη στις στημένες φάσεις. Ο τερματοφύλακας Λιωρίς, συνήθως, ξεκίναγε το παιχνίδι δίνοντας την μπάλα σε έναν από τους δύο κεντρικούς αμυντικούς που είχε ανοιχτεί στις άκρες. Το εξάρι τους, ο Καντέ, ερχόταν χαμηλά στον άξονα για να είναι διαθέσιμος ως μία πρόσθετη επιλογή. Μέσω αυτών των τριγώνων η ομάδα απελευθερωνόταν γρήγορα από το αντίπαλο πρέσινγκ στο δικό της μισό. Με την μπάλα κάτω, με κάθετες πάσες, με εναλλαγές στο παιχνίδι της, προσπαθούσε να φτάσει στην αντίπαλη περιοχή. Είδαμε ότι στο παιχνίδι εναντίον της Αργεντινής ξεπερνούσε γρήγορα τις γραμμές των αντιπάλων, πηγαίνοντας το παιχνίδι στα γρήγορα άκρα, στους Γκρίεζμαν και Εμπαπέ.

Σημαντικές ήταν και οι κινήσεις των Πογκμπά και Ματουιντί. Τραβούσαν αντιπάλους και δημιουργούσαν πρόσθετους χώρους στο βάθος της αντίπαλης άμυνας. Η τελική κάθετη πάσα, τις περισσότερες φορές, πήγαινε προς τον Εμπαπέ ο οποίος χάρη στην ταχύτητά του είχε εμφανή πλεονεκτήματα απέναντι στην αντίπαλη άμυνα.

Η ομάδα της Γαλλίας δεν έπαιρνε ρίσκο όταν βρισκόταν κοντά στο δικό της τέρμα. Προσπαθούσε, σε αρκετές περιπτώσεις, να βρει με μεγάλη μπαλιά τον Ζιρού. Παράλληλα, οι Εμπαπέ και Γκρίεζμαν πήγαιναν κοντά στον Ζιρού για να μπορέσουν να εκμεταλλευτούν τη δεύτερη μπαλιά. Εάν οι κεντρικοί, σε συνδυασμό με τους επιθετικούς τους έβλεπαν χώρο στην πλάτη της άμυνας του αντιπάλου, είχαμε και μεγάλες πάσες προς το χώρο αυτό. Στο μεταβατικό στάδιο ο Καντέ ήταν πιο πίσω, στο χώρο του κέντρου και του άξονα, ενώ το δεύτερο εξάρι ο Πογκμπά, κινούνταν μεταξύ του Βαράν και του ακραίου αμυντικού, του Παβάρ, που ανέβαινε. Το δεξί εξτρέμ, ο Εμπαπέ, επιθετικά ήταν εμφανές ότι κινούταν για να πετύχει γκολ με εμφανή τη μετακίνηση του προς τον άξονα, ενώ το αριστερό εξτρέμ, ο Ματουιντί, κινούταν πιο πολύ έξω από τη μεγάλη περιοχή. Έτσι, δημιουργούσε πολύ χώρο όταν επιτιθόταν ο ακραίος αμυντικός Χερνάντες.

Όταν ο αντίπαλος κλεινόταν πίσω, όπως η Ουρουγουάη στα προημιτελικά, τότε Η Γαλλία  χρησιμοποιούσε όλο το πλάτος του γηπέδου, για να φέρει ανοργανωσιά στην αντίπαλη άμυνα μέσω της συχνής κίνησης δεξιά-αριστερά. Τέτοιες φάσεις όμως –με μεγάλη κατοχή μπάλας– ήταν αρκετά σπάνιο στην ομάδα της Γαλλίας.

Η Γαλλία είχε εξαιρετικά γρήγορες αντεπιθέσεις όταν κέρδιζε την μπάλα. Αυτό ήταν αποτέλεσμα στο ότι η ομάδα συγκεντρωνόταν σε μία σταθερή και συμπαγή αμυντική οργάνωση, η οποία έδινε στην ομάδα της Γαλλίας τις πιθανότητες όταν κέρδιζε την μπάλα στο δικό της μισό ή στο χώρο της σέντρας, να κάνει μία γρήγορη μετάβαση στην επίθεση. Παίκτες όπως ο Εμπαπέ και ο Γκρίεζμαν είναι λόγω της ταχύτητάς τους ιδανικοί για μία τέτοια τακτική. Η ομάδα της Γαλλίας γινόταν ιδιαίτερα επικίνδυνη όταν κέρδιζε την μπάλα, γιατί είχε πολλές τεχνικοτακτικές δυνατότητες. Μία από τις μεγαλύτερες δυνατότητές της ήταν ότι έπαιζε ένα σχεδόν άπιαστο ποδόσφαιρο με μία επαφή. Με αυτόν τον τρόπο κατάφερνε να απαλλαγεί από το πρωταρχικό πρέσινγκ του αντιπάλου. Έκανε την προσπάθεια του αντιπάλου να δημιουργήσει μία κατάσταση πρέσινγκ να μοιάζει με πολύ μικρό εμπόδιο.

Ένας ακόμα αξιοσημείωτος παράγοντας στις επιθετικές απόπειρες ήταν ο τεχνικά πολύ δυνατός Πογκμπά, ο όποιος με τις ντρίπλες του και με το σωστό timing στην κάθετη πάσα στο βάθος, δημιουργούσε πολλά προβλήματα στις αντίπαλες ομάδες. Φυσικά, εξ ίσου αξιοσημείωτοι ήταν και οι επιθετικοί Εμπαπέ και Γκρίεζμαν, ιδιαίτερα όταν είχαν χώρο στην πλάτη της άμυνας. Όταν η αντίπαλη άμυνα είχε ανέβει πάρα πολύ και έχανε την μπάλα κοντά στην περιοχή της Γαλλίας, τότε ήταν πάρα πολύ δύσκολο να μπορέσεις να σταματήσεις αυτούς τους παίκτες.

Άλλο ένα στοιχείο που συνετέλεσε στην επιτυχία της ομάδας ήταν και οι στημένες φάσεις. Δεν ήταν μόνο τα γκολ που πέτυχαν μέσα από αυτές στα προημιτελικά και τον ημιτελικό, αλλά μέσω αυτών δημιούργησαν και άλλες ευκαιρίες. Φυσικά, όταν υπάρχουν δύο παίκτες (Γκρίεζμαν και Πογκμπά) που είναι πάρα πολύ καλοί στα στημένα και παίκτες όπως οι Βαράν, Ουμτιτί και Ζηρού που μπορούν να διεκδικήσουν μία κεφαλιά στις στημένες φάσεις, είναι λογικό για κάθε προπονητή να εστιαστεί σε αυτές. Έτσι έκανε και ο Ντεσάμπς. Στηρίχτηκε πάρα πολύ στις ατομικές ικανότητες των παικτών του και τις μετέτρεψε σε δυνατότητες υπέρ της ομάδας. Αυτό που πρέπει να παραδεχτούμε για τον Ντεσάμπς,  είναι ότι το έκανε πάρα πολύ καλά.

Πέτρος Κένερ

Καθηγητής-Προπονητής Ποδοσφαίρου