Βαλκανικοί πόλεμοι 1912-1913 (Μέρος Β’)

Ο Νικόλαος Ι. Καστανιάς με τη γυναίκα του Ελένη, σε φωτογραφία του 1931 ή 1932

Ο Νικόλαος Ι. Καστανιάς με τη γυναίκα του Ελένη, σε φωτογραφία του 1931 ή 1932

Ο Νικόλαος Ιωάν. Καστανιάς γεννήθηκε στις Λεύκες το 1887.  Ήταν το δεύτερο από τα τρία παιδιά του Ιωάννου Νικ. Καστανιά και της Αρχοντούλας (το γένος Καπούτσου), και όπως αναφέρουμε και παραπάνω έλαβε μέρος στις περισσότερες μάχες των Βαλκανικών Πολέμων.

Το 1908, με τη συμπλήρωση του 21ου έτους της ηλικίας του, κλήθηκε να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία στον ελληνικό στρατό, μετά το πέρας της οποίας έλαβε απολυτήριο. Δεν πέρασε όμως πολύς καιρός και κλήθηκε πάλι προς κατάταξη στον στρατό, τον Αύγουστο του 1912 και στάλθηκε στη Θεσσαλία, που ήταν τότε τα σύνορα της Ελλάδος – Τουρκίας. 

Η 5η Οκτωβρίου 1912, ημέρα που η Ελλάδα με τη Σερβία και τη Βουλγαρία, κήρυξαν τον πόλεμο κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (το Μαυροβούνιο είχε προηγηθεί), τον βρίσκει με τη «Στρατιά της Θεσσαλίας» στα Ελληνοτουρκικά σύνορα (στη Θεσσαλία), λοχία του ελληνικού στρατού. Με τον γυλιό στον ώμο και το μάνλιχερ με την ξιφολόγχη στο χέρι, έτοιμος μαζί με τον υπόλοιπο στρατό να εξορμήσει κατά του εχθρού και να πολεμήσει μέχρις εσχάτων, για την απελευθέρωση των σκλαβωμένων αδελφών μας. Την ίδια μέρα (5/10/1912), ο Ν. Ι. Καστανιάς, περνά μαζί με τη  Στρατιά  της Θεσσαλίας την ελληνοτουρκική μεθόριο και μετέχει στην επακολουθήσασα κατά των τουρκικών δυνάμεων μάχη, και την απελευθέρωση της Ελασσόνας και της Δεσκάτης (6 Οκτωβρίου).

Από τις 7 Οκτωβρίου, η Στρατιά άρχισε να προελαύνει προς τα βόρεια και μετά από  συνεχή πορεία μέσα από δύσβατες περιοχές και κάτω από άσχημες καιρικές συνθήκες, συναντά τις τουρκικές δυνάμεις, εγκατεστημένες αμυντικά στην οχυρή τοποθεσία των Στενών του Σαραντάπορου. Ο ελληνικός στρατός κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια για να αντιμετωπίσει όχι μόνο ένα ισχυρά οργανωμένο αντίπαλο, αλλά και τις δυσχερέστατες εδαφικές και καιρικές συνθήκες. Και μετά από μάχη που διήρκησε δυο μέρες, στην οποία έλαβε μέρος και ο Ν. Ι. Καστανιάς, ανάγκασε τον οθωμανικό στρατό να εγκαταλείψει  τις θέσεις του, και στις 10 Οκτωβρίου, κατέλαβε το Σαραντάπορο. Οι απώλειες του ελληνικού στρατού κατά τη διήμερη μάχη ήταν 182 νεκροί και 995 τραυματίες. Σοβαρές ήταν και οι απώλειες τού τουρκικού στρατού σε νεκρούς, τραυματίες και αιχμαλώτους.

Η νικηφόρα έκβαση της μάχης του Σαραντάπορου αναπτέρωσε το ηθικό του ελληνικού στρατού και προκάλεσε μεγάλο ενθουσιασμό στους απανταχού της γης  Έλληνες. Μετά την ήττα στο Σαραντάπορο, οι τουρκικές δυνάμεις, προκειμένου να ανακόψουν την πορεία του ελληνικού στρατού προς τη Θεσσαλονίκη, συμπτύχθηκαν στην τοποθεσία των Γιαννιτσών προβάλλοντας σταθερή άμυνα. Ο Ν. Ι. Καστανιάς μετέχει στις σφοδρές μάχες που χρειάστηκε να δώσει ο ελληνικός στρατός στις 19-20 Οκτωβρίου για την κατάληψη των Γιαννιτσών. Οι μάχες που κράτησαν δυο μέρες ήταν σκληρές και πολύνεκρες. Οι απώλειες του ελληνικού στρατού ήταν 188 νεκροί και 973 τραυματίες (Οι τουρκικές απώλειες ήταν 3.000 νεκροί).

Η κατάληψη των Γιαννιτσών επέτρεψε την απρόσκοπτη προέλαση της Στρατιάς της Θεσσαλίας προς τη Θεσσαλονίκη, στην οποία έφθασε (μαζί και ο Ν. Ι. Καστανιάς), χωρίς να συναντήσει αντίσταση, στις 26 Οκτωβρίου. Η οθωμανική διοίκηση της Θεσσαλονίκης αναγκάστηκε υπό την πίεση του ελληνικού στρατού, να παραδώσει την πόλη άνευ όρων στις ελληνικές δυνάμεις.

Από τη Θεσσαλονίκη ο Ν. Ι. Καστανιάς, με επίτακτο επιβατηγό πλοίο διασχίζει το Αιγαίο Πέλαγος, στο οποίο κυριαρχεί ο Ελληνικός Στόλος με επικεφαλής το Θ/Κ ΑΒΕΡΩΦ, και μεταφέρεται στο νησί της Λέσβου. Εκεί, μετέχοντας της αποβατικής δύναμης, παίρνει μέρος στις συγκρούσεις με τις τουρκικές δυνάμεις και στην κατάληψη της νήσου Λέσβου, στις 8 Νοεμβρίου 1912. Μετά από δυο μέρες μεταφέρεται με το αποβατικό άγημα στη Χίο και μετέχει στις συμπλοκές με τις τουρκικές δυνάμεις του νησιού  και στην κατάληψη της νήσου Χίου, στις 11-12 Νοεμβρίου.

Μετά τα νησιά του Αιγαίου αποστέλλεται στο μέτωπο της Ηπείρου, μαζί με άλλες δυνάμεις της Στρατιάς της Θεσσαλίας, προκειμένου να ενισχυθεί η εκεί Στρατιά της Ηπείρου στη μάχη για την κατάληψη των Ιωαννίνων. Εκεί έλαβε μέρος σε πολλές μάχες, οι σημαντικότερες των οποίων ήταν της Αετορράχης και του Μπιζανίου, όπου πολέμησε πολλές φορές με την ξιφολόγχη, κάτω από φοβερά αντίξοες καιρικές συνθήκες, μέχρι την ημέρα της παράδοσης άνευ όρων στον ελληνικό στρατό, από τον Οθωμανό διοικητή της πόλης, και την απελευθέρωση των Ιωαννίνων, στις 21 Φεβρουαρίου 1913. Οι πολεμικές επιχειρήσεις για την κατάληψη της πρωτεύουσας της Ηπείρου κράτησαν σχεδόν τρείς μήνες.

Ο πόλεμος κατά των Τούρκων (Α’ Βαλκανικός Πόλεμος), τελείωσε με την υπογραφή, στις 30 Μαΐου 1913, της συνθήκης του Λονδίνου μεταξύ των Βαλκανικών Κρατών και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και ο Ν. Ι. Καστανιάς ήλπιζε ότι θα απολυθεί από το στρατό και θα επιστρέψει σπίτι του. Οι ελπίδες του όμως διαψεύστηκαν και αντί να απολυθεί, μεταφέρεται στη Θεσσαλονίκη και από εκεί στα Ελληνοβουλγαρικά σύνορα, όπου οι Βούλγαροι παραβιάζοντας τη συνθήκη ειρήνης, επιτέθηκαν κατά των ελληνικών δυνάμεων και κήρυξαν τον πόλεμο και κατά της Σερβίας.

Οι ελληνικές δυνάμεις αντέδρασαν και με επιθετικές ενέργειες ανάγκασαν τους Βουλγάρους σε άμυνα στην τοποθεσία Κιλκίς – Λαχανά. Εκεί έλαβε μέρος στη φοβερή μάχη του Κιλκίς – Λαχανά, που εκδηλώθηκε με επίθεση του ελληνικού στρατού τα χαράματα της 19ης Ιουνίου, και τελείωσε με νίκη του ελληνικών δυνάμεων, στις 21 Ιουνίου 1913. Η  μάχη, που χαρακτηρίστηκε δικαίως γιγαντομαχία, διήρκησε τρία 24ωρα. Ήταν πεισματώδης και πολλές φορές εκ του συστάδην σώμα με σώμα με τη λόγχη, καθώς οι Βούλγαροι προέβαλαν ισχυρή αντίσταση. Ήταν η φονικότερη μάχη των Βαλκανικών Πολέμων. Οι απώλειες και των δύο πλευρών ήταν τρομερές. Οι απώλειες των ελληνικών δυνάμεων ήταν 8.800 άνδρες, νεκροί και τραυματίες, μεταξύ των οποίων και πολλοί Αξιωματικοί (35 νεκροί και 90 τραυματίες), και οι απώλειες των βουλγαρικών δυνάμεων ήταν 6.971 νεκροί και τραυματίες, καθώς και 2.500 αιχμάλωτοι.

(Συνεχίζεται) 

Ευάγγελος Ν. Καστανιάς