Παριανές Μνήμες: Το τέλος της γερμανικής κατοχής

Τον Οκτώβριο του 1944, η γερμανική κατοχή συνεχιζόταν. Η μαύρη αγορά είχε τους κάτοικους σε δεινή κατάσταση λόγω της έλλειψης αγαθών και ο πληθωρισμός είχε φτάσει στα ύψη. Το εμπόριο γινόταν με ανταλλαγή για όσους διέθεταν τρόφιμα. Τα χαρτονομίσματα της κατοχής, τα οποία αποκαλούσαν «στούκας» δεν είχαν καμία πραγματική αξία στις συναλλαγές, τα χαρακτήριζαν τότε με την ονομασία των βομβαρδιστικών αεροπλάνων κάθετης εφόρμησης, που διέθετε η γερμανική πολεμική αεροπορία.

Απόσπασμα από το ημερολόγιο του δασκάλου Χρ. Αλιπράντη, «1 Οκτωβρίου 1944. Μετέβη εις Παροικίαν... Ηγόρασα από τον Αθανάσιο Μαρινόπουλον:

3 τετράδια Χ 60.000.000 = 180.000.000

1 μολύβι δίχρωμον Χ 20.000.000 = 20.000.000

5 μολύβια μαύρα Χ 20.000.000 = 100.000.000

10 κόλλες x 7.000.000 = 70.000.000 κλπ».

Και ενώ η ζωή στο σκλαβωμένο νησί, συνεχιζόταν με όλες αυτές τις δυσκολίες και τα βάσανα, η κατάσταση με τους γερμανούς χειροτέρευε μέρα με τη μέρα. Τα λίγα νέα που κυκλοφορούσαν έλεγαν ότι οι γερμανοί έχαναν τον πόλεμο και δεν θα αργούσε η μέρα, που οι καταχτητές θα εγκατέλειπαν το νησί μας και θα έπνεε πάλι σ’ αυτό ο αέρας της λευτεριάς! Άρχισε να διαδίδεται στην Παροικιά, ότι Έλληνες στρατιωτικοί είχαν έλθει από τη Μέση Ανατολή στην Πάρο και παρακολουθούσαν τις κινήσεις των Γερμανών. Οι στρατιωτικοί αυτοί ήταν του Ιερού Λόχου, μιας επίλεκτης μονάδας καταδρομέων και αλεξιπτωτιστών του ελληνικού στρατού της Μέσης Ανατολής. Το έμβλημα τους ήταν, ένα αρχαίο ξίφος και μια ασπίδα, μέσα σε δάφνινο στεφάνι, με την επιγραφή: «Ή ταν, ή επί τας».

Δεν είχαν φύγει λοιπόν ακόμα οι Γερμανοί από την Μάρπησσα, όταν μια ομάδα πέντε ιερολοχιτών ήλθε με αγγλικό υποβρύχιο, από την Μέση Ανατολή και αποβιβάστηκε κρυφά, σε μια ερημική παραλία του νησιού μας. Οι καταδρομείς αυτοί κρύφτηκαν στα βουνά, παρακολουθούσαν τις κινήσεις των γερμανών και ενημέρωναν σχετικά την υπηρεσία τους. Για την εκτέλεση της αποστολής τους, οι ιερολοχίτες, είχαν την στήριξη και την βοήθεια ντόπιων πατριωτών, που χρησίμευαν σαν οδηγοί τους αλλά και ως σύνδεσμοι με πρόσωπα του νησιού που θα βοηθούσαν στο έργο τους.

Την ομάδα αυτοί αποτελούσαν, τρεις ανθυπολοχαγοί. Οι: Γιακουμάκης (που ήταν ο επικεφαλής), Μαρκόπουλος και Καραϊωσηφόγλου και δυο στρατιώτες διαβιβαστές, που χειρίζονταν τον ασύρματο.

Οι γερμανοί της Μάρπησσας, ανατίναξαν τις υπόγειες εγκαταστάσεις που είχαν κατασκευάσει στο ύψωμα «Γαλιός» και τα έργα που είχαν δημιουργήσει για την αντιαεροπορική προστασία τους. Κατέστρεψαν τα οχήματα τους και επιβιβάστηκαν εσπευσμένα σε τρία πλοία που ήλθαν στο λιμάνι του Μώλου, για να τους παραλάβουν. Εγκατέλειψαν σε μεγάλες ποσότητες, όπλα, πυρομαχικά, εφόδια, τρόφιμα και καύσιμα τα οποία οι κάτοικοι των χωριών Μάρπησσας, Μαρμάρων και Προδρόμου, πήραν όσα περισσότερα μπορούσε ο καθένας τους, από αυτά που άφησαν φεύγοντας οι κατακτητές. Τρεις γερμανοί στρατιώτες δεν πρόφτασαν να επιβιβαστούν στο πλοίο και άλλοι τρεις προσπάθησαν να περάσουν απέναντι στη Νάξο, αλλά δεν τα κατάφεραν. Πιάστηκαν και παραδόθηκαν στη χωροφυλακή. Οι γερμανοί είχαν φύγει από το νησί μας και όπως έδειχναν τα πράγματα ετοιμάζονταν να φύγουν απ’ όλη τη Ελλάδα.

Στην Παροικιά, τα βράδια, ο κόσμος μαζευόταν στην πλατεία του Άη Γιάννη Θεολόγου στο λιμάνι, όπου στο διώροφο σπίτι που στεγαζόταν τότε το τελωνείο, τοποθετούσαν κάθε βράδυ στο παράθυρο το μοναδικό ραδιόφωνο που υπήρχε. Μεγάλοι και μικροί περιμένανε με ανυπομονησία να ακούσουν τα νέα που μετέδιδε για τις νίκες των συμμάχων, η ελληνική ραδιοφωνική εκπομπή του B.B.C. με τον χαρακτηριστικό χαιρετισμό: «Εδώ Λονδίνο. Καλησπέρα σας…».

Στις 9 Οκτωβρίου 1944 οι πέντε ιερολοχίτες κατέβηκαν από το μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη Καπαρού στις Λεύκες, όπου εκεί, τους επεφύλαξαν υποδοχή ηρώων. Τους οδήγησαν στο ναό της Αγίας Τριάδας όπου έγινε δοξολογία και επακολούθησαν τραγούδια και χοροί. Στη συνέχεια πήγαν στην Μάρπησσα, όπου οι κάτοικοι όλων των κάτω χωριών τους υποδέχτηκαν με μεγάλο ενθουσιασμό και τους παρέδωσαν τους έξι γερμανούς αιχμαλώτους. Στην Παροικιά τους υποδέχτηκαν αποθεώνοντας τους από τη διασταύρωση Παροικιάς-Λευκών. Οι ιερολοχίτες κατέλυσαν στο ξενοδοχείο «Κάιρο» και εγκατέστησαν τον ασύρματο, από τον οποίο, το βράδυ της 12ης Οκτωβρίου 1944 ο παριανός ασυρματιστής της εθνικής αντίστασης Σπύρος Μαύρης, που άκουγε τις ειδήσεις από τον αγγλικό ραδιοφωνικό σταθμό φώναξε: «Η Αθήνα ελευθερώθηκε», «Οι Γερμανοί έφυγαν! Η γερμανική σημαία κατέβηκε από την Ακρόπολη!».  

Πηγές: «Παριανές ιστορίες από τον τελευταίο πόλεμο και την εχθρική κατοχή» του Παναγιώτη Ι. Πατέλλη

Χριστόδουλος Α. Μαούνης