Παριανές Μνήμες: "Ο κλήδονας μου έδειξε πως ταίρι θα σε πάρω"

«Ανοίξατε τον κλήδονα με τα πολλά κλειδάτσα

να βγει το μηλαράτσι μου με τα γαρυφαλάτσα.

Στον κλήδονα σε έβαλα για να σε ριζιγάρω

κι ο κλήδονας μου έδειξε πως ταίρι θα σε πάρω».

Παλαιότερα, παραμονή του Αϊ-Γιαννιού στην Πάρο, η γιορτή του Kλήδονα, θύμιζε αρχαία Ελευσινιακά και Διονυσιακά μυστήρια. Ο Κλήδονας είναι «ονειρομαντεία περί γάμου, η οποία συνιστάται εις μαγικάς τελετάς προς πρόκλησιν ονείρου», γράφει ο Νικ. Πολίτης. Με τον κλήδονα σχετίζεται και η κατοπρομαντεία.  

«Όλα τα κορίτσια πηγαίνουν, λίγες ώρες μετά το ηλιοβασίλεμα, να πάρουν νερό και να το μεταφέρουν μπροστά στο σπίτι τους. Ρίχνουν στο νερό καρπούς και τους βγάζουν την άλλη μέρα για να δουν τη μοίρα τους και να μαντέψουν αν θα παντρευτούν αυτό το χρόνο. Πηγαίνουν για νερό ολομόναχες, χωρίς άντρες, χωρίς τις μανάδες τους και δεν βγάζουν άχνα σ’ όλη τη διάρκεια της τελετής». Απορίας άξιο, πως μπορούσαν να κρατηθούν οι γυναίκες τόση ώρα και να μη μιλούν, έγραφε το 1968 ο Γερμανός ταξιδιώτης Iohan Riedesel, που παρουσίαζε τις Παριανές γυναίκες, ως τις καλύτερες χορεύτριες του Αιγαίου και απελευθερωμένες από τους Παριανούς άνδρες.

«Τα μάτια σου σαρδέλες

τα φρύδια σου σκουμπριά

οι τσίμπλες των ματιών σου

κάνουνε σκορδαλιά».

«Τη βραδιά του Κλήδονα, την παραμονή από βραδύς ανάβαμε φωτιές κι ηκάβγαμε τους Μάηδες κι ηλέαμε ποια γειτονιά θα κάψει τους πιο πολλούς. Ηπηδούσαμε τσις φωτάρες κι ηβαστούσαμε και μια πέτρα βαριά στα χέρια μας. Κι ηλέαμε άμα πηδούσαμε : «Στ’ Άι-Γιαννιού τη χάρη, ποτέ κοιλόπονος να μη με πιάνει».

Τρεις φορές πηδούσαν τη φωτιά και φροντίζανε να είναι αναμμένη ως τα μεσάνυχτα. Μετά φτιάχνανε τους κληδόνους. Παίρνανε μήλα και με γαρύφαλλα έγραφαν τ’ όνομα τους ή τ’ όνομα του αγαπημένου τους. Φτιάχνανε και τον «κλήδονα της μοίρας τους», μικρό μήλο με δυό τρία γαρύφαλλα.

«Είχαμε μια κουρούπα μεγάλη κι ηβάναμε μέσα τα μήλα. Κατόπιν μ’ ένα τσουκαλούδι ηπαίρναμε νερό από τρία πηγάδια ή βρύσες. Στο δρόμο δεν έπρεπε καθόλου να μιλήσουμε».

Γεμίζανε τα κουρούπια νερό, έβαζαν επάνω ένα κόκκινο πανί κι ένα μεγάλο κλειδί και την έβγαζαν τη νύχτα στα άστρα, στο δώμα.

«Μωρή σαρδέλα βρωμερή

σουπιά τηγανισμένη

κατάκωλα του βαρελιού

για πες μου ποιος με θέλει».   

Άλλες κοπέλες έπαιρναν από τρεις ρινιές τρία συκόφυλλα και τα έβαζαν έξω από την πόρτα τους. Τα ονοματίζανε, έβαζαν πάνω τα ψηφία «τριών ομάτω» και τους έραναν στάχτη από τους καμένους Μάηδες. Όποιο δεν ξεραίνονταν ως το πρωί, έδειχνε και το όνομα του άντρα που θα έπαιρναν. Άμα μαραίνονταν και τα τρία, θα ήταν λεύτερη η κοπελιά δυστυχώς και αυτό το χρόνο.

Άλλες πάλι βρέχανε τις φτέρνες τους μ’ αμίλητο νερό και τρέχανε στα σοκάκια. Όποιο όνομα ακούγανε σε σταυροδρόμι έτσι θα λέγανε τον άντρα τους.

Την άλλη μέρα το πρωί, γιορτή τ’ Αι-Γιαννιού, τελειώνοντας η λειτουργία νιοι και νέες μαζί βγάζανε τον Κλήδονα στο δρόμο. Λέγανε τότε και πολλά τραγούδια.

Άλλοι γυρνάγανε στα περιβόλια, κλέβανε φρούτα, βατραχάτσα, φρόκαλα και τα βάζανε όλα μαζί στο νερό. Τρεις φορές, πρωί – μεσημέρι – βράδυ βγάζανε τα μήλα από το νερό και τα ξαναβάζανε μέσα.

«Σ’ ένα σκουτελάτσι ηχύναμε μολύβι και κατόπιν το ρίχνανε μέσα στο νερό. Κι ότι σχήμα ήβγαινε, αυτή τη δουλειά θα ήκανε ο άντρας μας». Το ίδιο πράγμα κάνανε και με ασπράδι αυγού.

Στις 12 το μεσημέρι πήγαιναν σε πηγάδι, σκέπαζαν το κεφάλι τους με κόκκινο ρούχο και κράταγαν ένα καθρέφτη. Ό,τι βλέπανε στο νερό αυτό θα γινόταν.

«Την παραμονή ηζυμώναμ’ ένα ψωμάτσι κι ηρίχταμε μέσα αλάτι, αλλά πολύ αλάτι και το τρώαμε. Το βράδυ όποιονε βλέπαμε στον ύπνο μας ότι μας έδινε νερό να πιούμε που ηδιψούσαμε, αυτόνε θα παίρναμε άντρα».

«Απ’ όλα του προσώπου σου

ο μύτος σου μ’ αρέσει

που είναι σα σκορδοκόπανος

και κρέμεται να πέσει».

Πηγές: «Λαογραφικά Θέματα» της Δήμητρας Σοφιανού, από την «Ιστορία της Πάρου και Αντιπάρου».