Πασχαλινή ιστορία | Του Δ. Καλανδράνη

Πάσχα 2018. Καθώς πλησίαζε η ώρα της Ανάστασης, όλο και περισσότεροι πιστοί συγκεντρώνονταν στην εκκλησία του χωριού.

Σε μια μικρή κατοικία, ξαπλωμένη στο κρεβάτι, μια ηλικιωμένη κυρία έδινε την εντύπωση ότι δεν είχε πνοή. Το πρόσωπό της ήταν ισχνό και στα λευκά σεντόνια δεν ξεχώριζε το κάτασπρο δέρμα της. Τα χείλη της σιγότρεμαν και τα μάτια της ήταν χαμένα στις κόγχες. Δίπλα της, ένας ηλικιωμένος άνδρας καθόταν αμίλητος. Μετά από αρκετή ώρα σιωπής, η ηλικιωμένη κυρία του είπε με φωνή που μόλις ακουγόταν: «Γιώργο, πάνε εβδομήντα εννιά χρόνια από εκείνη την Ανάσταση τον Απρίλιο του 1939». Σταμάτησε να πάρει ανάσα και μετά συνέχισε: «Όλα αυτά τα χρόνια αισθανόμουν ένα βάρος στη συνείδησή μου και τώρα που πλησιάζει η ώρα μου, έβαλα να σε βρουν και σε κάλεσα μέρα Ανάστασης για να σου εξομολογηθώ».

Ο κύριος Γιώργος άκουγε συγκινημένος με σκυφτό κεφάλι. Μετά από λίγη ώρα τον παρακάλεσε να ανοίξει το πάνω συρτάρι του μπουφέ και να βγάλει από μέσα μια λαμπάδα με λευκή κορδέλα και ένα γράμμα. Εκείνος έκανε όπως του είπε: «Τώρα σε παρακαλώ διάβασε το γράμμα». Ο κύριος Γιώργος  ξεδίπλωσε το κιτρινισμένο χαρτί και με αργή φωνή άρχισε να διαβάζει:

«Αθήνα 4 Απριλίου 1939

Στην Κατερίνα.

Καλή μου φίλη, με την ευκαιρία του Πάσχα παίρνω το θάρρος να σου γράψω δυο λόγια. Με αυτό το γράμμα θέλω να σου πω ότι σ’ αγαπώ και ότι η σκέψη μου υπάρχει μόνο για σένα. Όταν είμαι στο σχολείο, όταν πέφτω να κοιμηθώ, όταν κάνω την προσευχή μου, όταν χαίρομαι, όταν λυπάμαι, συνέχεια η σκέψη μου είναι μαζί σου. Θέλω να ξέρω αν και εσύ αισθάνεσαι το ίδιο για μένα. Γι’ αυτό στην Ανάσταση, αν κρατάς μια λαμπάδα με λευκή κορδέλα θα σημαίνει πως και εσύ μ’  αγαπάς.

Γιώργος».

Όση ώρα εκείνος διάβαζε, το πρόσωπο της ηλικιωμένης κυρίας έλαμπε και ένα χαμόγελο είχε απλωθεί στα χλομά της χείλη.

«Τώρα θυμάμαι, το γράμμα είναι δικό μου» είπε ο κύριος Γιώργος.

Η ηλικιωμένη κυρία με δυσκολία άρχισε να του εξηγεί: «Να σου θυμίσω ότι τότε ήμασταν παιδιά 15 χρονών. Όταν έλαβα το γράμμα σου, ετοίμασα τη λαμπάδα με την λευκή κορδέλα. Η μοίρα όμως έγραφε άλλα για μας. Αρρώστησα και δεν πήγα στην Ανάσταση. Μετά από λίγο καιρό μετακομίσαμε στο χωριό, άρχισε ο πόλεμος και χαθήκαμε. Από τότε ζω με την ανάμνησή σου. Δεν αγάπησα άλλον και δεν έκανα οικογένεια».

«Και εγώ το ίδιο, έμεινα μόνος» της απάντησε εκείνος. Μετά σηκώθηκε, πήρε την λαμπάδα και την ακούμπησε απαλά στο στήθος της και σκύβοντας τη φίλησε στο μέτωπο. Εκείνη, με μεγάλη προσπάθεια, σήκωσε το λιπόσαρκο χέρι της και του χάιδεψε το πρόσωπο. Το χέρι έμεινε μετέωρο και μετά έπεσε βαρύ πάνω στο κρεβάτι. Συγκλονισμένος της χάιδεψε τα μαλλιά και της έκλεισε τα μάτια. Κάλεσε την νοσοκόμα που τη φρόντιζε και κατευθύνθηκε προς την εξώπορτα. Φεύγοντας, πήρε μαζί του το γράμμα και τη λαμπάδα. Ήταν οι ανεκτίμητοι αλλά και τραγικοί  μάρτυρες μιας αθώας παιδικής αγάπης που δεν ολοκληρώθηκε. Καθώς απομακρυνόταν, ακούστηκαν από μακριά οι καμπάνες της Ανάστασης. Έσφιξε πάνω του τη λαμπάδα και χάθηκε στο σκοτάδι.

Δημήτρης Καλανδράνης