Γονείς και όρια στην προσχολική και πρώτη σχολική ηλικία

Η οριοθέτηση αποτελεί σημαντικό κομμάτι της διαπαιδαγώγησης, ωστόσο δεν είναι εύκολη υπόθεση. Οι γονείς συχνά αναρωτιούνται αν χρειάζονται τα όρια, ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος να μπουν όρια στη συμπεριφορά ενός παιδιού, από ποια ηλικία και μετά χρειάζεται να ξεκινούν κλπ.  

Με τη γέννηση ενός βρέφους, οι γονείς προσπαθούν να ανταποκρίνονται άμεσα στις ανάγκες του για τροφή, φροντίδα, αγκαλιά, εξασφαλίζοντας ένα ασφαλές και ζεστό περιβάλλον, με αγάπη και στοργή χωρίς όρια. Καθώς το μωρό μεγαλώνει προκύπτει και η ανάγκη να τίθενται όρια σε κάποιους τομείς. Μετά από λίγους μήνες, ήδη πριν την ηλικία των 12 μηνών ξεκινούν συνήθως τα συχνά ΟΧΙ από τους γονείς. Μέχρι 2 ετών τα παιδιά δεν αναγνωρίζουν τις συνέπειες των πράξεων και χρειάζονται συνεχή καθοδήγηση από τους γονείς για το τι επιτρέπεται και τι όχι. Αναμενόμενο είναι τα παιδιά πολλές φορές να αντιδρούν, να παίρνουν πρωτοβουλίες, να λένε επίσης ΟΧΙ. 

Ωστόσο, είναι σημαντικό να μπαίνουν ξεκάθαρα όρια ήδη από μικρή ηλικία, καθώς μέχρι τα 7 έτη έχει συνήθως διαμορφωθεί η σχέση του παιδιού με τα όρια. Πολλοί γονείς προσπαθούν στην εφηβεία να θέσουν όρια, ωστόσο αν αυτή η διαδικασία δεν έχει ξεκινήσει πολύ νωρίτερα, θα συναντήσουν μεγάλη δυσκολία. 

Κάποιοι τομείς στους οποίους χρειάζεται να θέτονται τα πρώτα όρια είναι οι παρακάτω: 
- Ύπνος: ορίζεται συγκεκριμένη ώρα ύπνου το βράδυ, τα παιδιά κοιμούνται στο δικό τους κρεβάτι και το δικό τους δωμάτιο κλπ
- Φαγητό: τα παιδιά ενθαρρύνονται να τρώνε μόνα τους, όταν κατακτήσουν τις σχετικές δεξιότητες, διαχωρίζεται η ώρα του φαγητού από την ώρα του παιχνιδιού, τρώνε στο τραπέζι κλπ
- Τηλεόραση, κινητά, υπολογιστές: ανάλογα την ηλικία, τα παιδιά χρησιμοποιούν αυτά τα μέσα για συγκεκριμένη ώρα κλπ
- Συμπεριφορά: περιορισμός επιθετικής συμπεριφοράς προς τους άλλους κλπ
- Σώμα: το παιδί μπορεί το ίδιο να αγκαλιάζει και φιλάει κάποιον ή να δέχεται αντίστοιχα αγκαλιές μόνο όταν το ίδιο το θέλει κλπ

Τα όρια και οι κανόνες δεν πρέπει να μπαίνουν με αυστηρό κι άκαμπτο τρόπο που, δεν θα αφήνει στο παιδί χώρο για πρωτοβουλίες κι επιθυμίες, ούτε θα πρέπει να ακολουθούνται από αυστηρές τιμωρίες και υπερπροστασία. Από την άλλη, δε βοηθάει να είναι πολύ χαλαρά ή ανύπαρκτα, καθώς το παιδί μαθαίνει να λειτουργεί εγωκεντρικά και τελικά παρουσιάζει δυσκολίες προσαρμογής και σε άλλα πλαίσια (σχολείο, ομαδικές δραστηριότητες).  

Τα όρια χρειάζεται να ορίζονται με σαφή και σταθερό τρόπο, καθώς βοηθούν το παιδί να λειτουργεί υπεύθυνα κι ανεξάρτητα. Λειτουργούν προστατευτικά, ώστε να μπορεί να εξερευνήσει με ασφάλεια τον κόσμο γύρω του, καθορίζουν τον τρόπο που σχετίζεται με τους άλλους, βοηθούν το παιδί να αποκτά έλεγχο του εαυτού του,  να αναγνωρίζει και να σέβεται τις ανάγκες, επιθυμίες του ίδιου και των άλλων. Τέλος, το παιδί μαθαίνει να βάζει και το ίδιο όρια στους άλλους, σημαντικό εφόδιο και για τη μετέπειτα ζωή του. 

Όταν οι γονείς θέτουν κανόνες, είναι σημαντικό να προσπαθούν να το κάνουν χρησιμοποιώντας μικρές, κατανοητές προτάσεις, ανάλογα με την ηλικία του παιδιού, χωρίς να δίνουν πολλές πληροφορίες ταυτόχρονα. Η συζήτηση με τα παιδιά για το θέμα αυτό είναι καλύτερα να γίνεται όταν γονείς και παιδιά είναι ήρεμοι κι όχι ενώ υπάρχει κάποια ένταση-έντονη διαφωνία για κάτι που συνέβη. Χρειάζεται σταθερότητα από την πλευρά των γονιών, ώστε να μη δίνονται διπλά μηνύματα για το τι επιτρέπεται και τι όχι, και συχνή ενθάρρυνση κι επιβράβευση της θετικής συμπεριφοράς, όχι μόνο επισήμανση της μη αποδεκτής συμπεριφοράς. Είναι σημαντικό επίσης κι οι γονείς να ακολουθούν όρια, καθώς τα παιδιά ταυτίζονται μαζί τους κι εσωτερικεύουν στάσεις και συμπεριφορές.  

Ωστόσο, χρειάζεται να υπάρχει ευελιξία, και να διαμορφώνονται τα όρια ανάλογα με το αναπτυξιακό στάδιο και την ιδιοσυγκρασία του παιδιού, με συνεχή έλεγχο αν είναι πολύ ασφυκτικά ή χαλαρά για την ηλικία του και αν τελικά χρειάζεται να επαναπροσδιοριστούν. Επίσης, είναι σημαντικό να διαχωρίζονται οι τομείς στους οποίους χρειάζεται να μπουν αυστηρότερα όρια και να υπάρχει κοινή γραμμή των γονιών κι όσων εμπλέκονται στη φροντίδα των παιδιών. Τα όρια τίθενται και από τους δυο γονείς.

Επιπρόσθετα, η κριτική/ χαρακτηρισμοί ως προς μια μη αποδεκτή συμπεριφορά χρειάζεται να επικεντρώνονται στην ίδια την πράξη, όχι στο παιδί και τα συναισθήματα του. Ενθαρρύνουμε τη συναισθηματική έκφραση, δεν ενοχοποιούμε το παιδί επειδή θύμωσε, αλλά κατευθύνουμε προς αποδεκτούς τρόπους έκφρασης του θυμού. ΣΕ ΚΑΜΙΑ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΔΕ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΜΕ ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΤΙΜΩΡΙΑ ΚΑΙ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΗ ΒΙΑ, καθώς έχουν ΜΟΝΟ αρνητικές συνέπειες στα παιδιά.

Τέλος είναι σημαντικό να θυμόμαστε:
- Θέτοντας όρια διαπραγματευόμαστε και τη δική μας σχέση με τα όρια, όπως διαμορφώθηκαν στη δική μας πατρική οικογένεια.
- Δε χρειάζεται να έχουμε ενοχές επειδή προσπαθούμε να θέσουμε όρια... θέτω όρια δε σημαίνει ότι δεν αγαπώ τα παιδιά μου, ούτε ότι εκείνα δε θα με αγαπούν..
- Χρειάζεται να είμαστε έτοιμοι να αντέξουμε τις αντιδράσεις και τα συναισθήματα του παιδιού (θυμός, γκρίνια, κλάμα): είναι φυσιολογικό τα παιδιά να αντιδρούν, να δοκιμάζουν τα όρια.
- Είναι σημαντικό να είμαστε έτοιμοι επίσης να αντέξουμε και τα δικά μας συναισθήματα, όταν τα παιδιά αντιδρούν στα όρια. Δεν αντιδρούν για να μας αμφισβητήσουν ως γονείς, αλλά γιατί είναι φυσιολογικό να αντιδρούν ως παιδιά...

Στέλλα Παντελίδου
Κλινική cυχολόγος ΜSc, PhD (cand.), Θεραπεύτρια Οικογένειας