Εθνική Τράπεζα Παροικιάς | Του Δ.Μ.Μ.

Το κατάστημα της Εθνικής τράπεζας Παροικιάς αποπερατώθηκε το 1979 και κόστισε τότε 6 εκ. δραχμές. Για την κατασκευή του χρησιμοποιήθηκαν αποκλειστικά Παριανοί τεχνίτες.

Το κτίριο μελετήθηκε εξ ολοκλήρου από την τεχνική υπηρεσία της Τράπεζας. Την αρχιτεκτονική μελέτη και επίβλεψη είχε ο Διονύσης Βλαχόπουλος. Τη στατική μελέτη και τη μελέτη των ηλεκτρομηχανικών εγκαταστάσεων συνέταξαν οι Μανώλης Βιρβιδάκης και Ιωάννης Πόγκας. Ο αρχικός προβληματισμός ήταν τι μορφή θα έχει ένα κτίριο τραπεζικού καταστήματος μέσα σ' έναν παραδοσιακό αιγαιοπελαγίτικο οικισμό της Παροικίας.

Οι μηχανικοί οδηγήθηκαν στη διαπίστωση ότι η λειτουργία μιας τράπεζας περιέχει εσωτερικές διαδικασίες που είναι δύσκολο να γίνουν εμφανείς και να απεικονιστούν, ενώ τα ορατά στοιχεία της είναι η συναλλαγή του ανθρώπου της τράπεζας με τον πελάτη, η εποπτεία της συναλλαγής και η διευκόλυνση με διάφορα μέσα. Αυτές οι ανάγκες ήταν που έδωσαν την τελική μορφή του κτιρίου.

Έτσι, χαράχτηκε ένας διαμπερής δρόμος, επέκταση των στενών δρόμων του οικισμού, και εκατέρωθεν τοποθετήθηκαν το γκισέ, το γραφείο του διευθυντή και μια μικρή αυλή (αίθριο) για την αναμονή τους περισσότερους μήνες του χρόνου και ειδικότερα του καλοκαιριού. Με την ίδια συνθετική αρχή επιδιώχθηκε και η διαμόρφωση του κελύφους και καταβλήθηκε συστηματική προσπάθεια να χρησιμοποιηθούν στοιχεία από το λεξιλόγιο της αιγαιοπελαγίτικης λαϊκής αρχιτεκτονικής. Ειδικότερα, στοιχεία που επί αιώνες χρησιμοποιούνται στην Παροικιά μεταπλάστηκαν και συνδυάστηκαν ελεύθερα, ανάλογα με τις ανάγκες και με σκοπό το κτίριο να αποκτήσει «ταυτότητα» με τον συγκεκριμένο οικισμό.

Αρχικά η Εθνική αγόρασε δύο ανεξάρτητα ισόγεια κτίσματα, τα οποία στη συνέχεια κατεδαφίστηκαν. Το νέο κτίριο κτίστηκε σε ενιαίο διγωνιαίο οικόπεδο. Ένα μεγάλο μέρος από τους λίθους που χρησιμοποιήθηκαν για τη δόμηση των λιθοδομών προέρχονταν από την κατεδάφιση παρακείμενης διώροφης οικοδομής. Μέσα στους λίθους ξεχώρισαν θραύσματα από παλαιοχριστιανικές λάρνακες και αρχιτεκτονικά μέλη αρχαίων κτιρίων, όπως τρίγλυφα, τα οποία ενσωματώθηκαν στις λιθοδομές σε εμφανή σημεία.

Από τα κτίσματα που υπήρχαν στο οικόπεδο και κατεδαφίστηκαν, διασώθηκαν μια μαρμάρινη γούρνα, που τοποθετήθηκε στην κρήνη του αίθριου του νέου κτιρίου, και ένα κιγκλίδωμα από μορφοχάλυβα ενός παραθύρου που χρησιμοποιήθηκε στο νέο κτίριο, χρησίμευσε δε ως οδηγός για την κατασκευή και των άλλων κιγκλιδωμάτων του ισογείου.

Στον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό χρησιμοποιήθηκαν ως μορφολογικά πρότυπα διάφορα αρχιτεκτονικά μέλη από κτίρια του οικισμού, όπως κρήνες, κολόνες με ιδιόρρυθμους εχίνους, μικρά παράθυρα με ξύλινα πατζούρια, αψίδες, σκαλιστές μαρμάρινες πορτοσιές από τον Άγιο Κωνσταντίνο του Κάστρου και σκαλιστά παλαιοχριστιανικά γείσα από την Εκατονταπυλιανή.

Το σχέδιο του μαρμάρινου δαπέδου του ισογείου είναι εμπνευσμένο από τα τείχη του ενετικού κάστρου στον Άγιο Κωνσταντίνο. Το εσωτερικό αίθριο με την πέργκολα, τα γιασεμιά, την κρήνη, τα μαλτέζικα πιθάρια και τον μαρμάρινο πάγκο αναδεικνύεται σε ένα δροσερό σημείο αναμονής. Ο Σπύρος Βασιλείου φιλοτεχνώντας τα έργα του αίθριου, ακολούθησε την πρακτική των γλυπτών της παλαιοχριστιανικής εποχής, που αναπαριστάνουν στις λάρνακες σημαντικές στιγμές από τη ζωή του νεκρού. Έτσι, στη μεγάλη σύνθεση στον τοίχο του αίθριου απεικονίζονται οι σπουδαιότερες σκηνές από την ζωή μίας μικρής αιγαιοπελαγίτικης κοινότητας.

Η τεχνική του Sgrafito, που χρησιμοποιήθηκε από τον ζωγράφο και τους δύο βοηθούς του Νίκο Καψαμπέλη και Στέφανο Κουκά, συνίσταται στην κατασκευή επάλληλων στρώσεων μαρμαροκονίας διαφόρων αποχρώσεων επάνω στην υπόβαση των επιχρισμάτων. Την αψίδα της κρήνης του αίθριου στόλισε με δύο παγώνια που πίνουν νερό, θέμα λαϊκού μαρμαρογλύπτη από μια κρήνη του δημάρχου της Παροικίας Μαυρογένη (1770). Τα έπιπλα σχεδιάστηκαν ειδικά για το κατάστημα αυτό. Ο ανεμοφράκτης έχει οροφή σκαλιστή, όπως το μαρμάρινο γείσο της όψης, και υποστυλώματα ξύλινα με κιονόκρανο διακοσμημένο με λαϊκές μορφές πουλιών και κυπαρισσιών, όπως τα κιονόκρανα των μαρμάρινων παραστάδων στις πορτοσιές του οικισμού.

Την πέτρα δούλεψε ο Στέφανος Βαμβακάρης από την Σύρο, τα μάρμαρα σκάλισε ο έμπειρος μαρμαρογλύπτης Μιχάλης Στέλλας σε ηλικία 80 ετών και τα ξυλουργικά ο Στέφανος Στεφανάκης από την Κρήτη. Γενικός εργολάβος ήταν ο πολιτικός μηχανικός Θέμος Νιαγάσας.

Η όλη προσπάθεια βραβεύτηκε στον πανελλήνιο αρχιτεκτονικό διαγωνισμό εφαρμοσμένων ιδεών, που προκήρυξε το ΥΠΕΧΩΔΕ το 1983, καθώς η Επιτροπή του Διαγωνισμού ενέταξε το κτίριο στα πιο αξιόλογα δείγματα της ελληνικής αρχιτεκτονικής της δεκαετίας 1973-1983.

Δ.Μ.Μ. 

ΠΗΓΗ: Έντυπη έκδοση «ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥ»