Δώστα όλα… Μήτσο | Του Θ. Μαρινόπουλου

Η είδηση ότι η κυβέρνηση του Τραμπ εξετάζει «επιβράβευση» και «τιμωρία» συμμάχων εντός του ΝΑΤΟ, ανάλογα με τη στάση τους στο πόλεμο με το Ιράν, δεν είναι απλώς μια ακόμη ένδειξη έντασης στις διατλαντικές σχέσεις.

Είναι κάτι άκρως ανησυχητικό που δείχνει τη μετατροπή μιας αμυντικής συμμαχίας σε μηχανισμό επιβολής πειθαρχίας, με όρους σχεδόν «αυτοκρατορικούς». Και μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα παρουσιάζεται ως «ωφελημένη». Αυτό ακριβώς είναι που θα έπρεπε να μας προβληματίζει περισσότερο.

Όταν μια χώρα «επιβραβεύεται» επειδή ευθυγραμμίστηκε πλήρως με τις επιλογές μιας υπερδύναμης, το ερώτημα δεν είναι τι κερδίζει, αλλά τι έχει ήδη χάσει. Η μεταφορά στρατευμάτων ή η ενίσχυση στρατιωτικής παρουσίας μπορεί να παρουσιάζεται ως γεωπολιτικό όφελος.

Στην πραγματικότητα όμως αυξάνει την εξάρτηση της χώρας από εξωτερικές στρατηγικές, τη μετατρέπει σε πιθανό στόχο σε περιόδους έντασης και περιορίζει την αυτονομία της εξωτερικής πολιτικής της. Και κυρίως, δημιουργεί ένα επικίνδυνο προηγούμενο με την εθνική στρατηγική να καθορίζεται όχι με βάση τα δικά της συμφέροντα, αλλά με βάση την «ικανοποίηση» τρίτων.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες, υπό την πολιτική γραμμή που εκφράζει ο Ντόναλντ Τραμπ, δείχνουν να κινούνται προς μια πιο αναθεωρητική και συναλλακτική προσέγγιση των διεθνών σχέσεων. Οι σύμμαχοι δεν αντιμετωπίζονται ως ισότιμοι εταίροι, αλλά ως «πελάτες» που οφείλουν ανταπόδοση. Αυτό είναι ιδιαίτερα επικίνδυνο για την Ελλάδα, όχι μόνο γενικά, αλλά και ειδικά σε σχέση με την Κύπρο.

Όταν η διεθνής νομιμότητα υποχωρεί μπροστά στη λογική της ισχύος και των ανταλλαγμάτων, ανοίγει ο δρόμος για νέες πιέσεις, «διευθετήσεις» και τετελεσμένα σε ευαίσθητες περιοχές. Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η στάση της Ισπανίας ξεχωρίζει.

Παρά τις πιέσεις, αρνήθηκε να παραχωρήσει ανεπιφύλακτα τον εναέριο χώρο και τη στρατιωτική της υποδομή για μια πολεμική επιχείρηση με την οποία διαφωνούσε. Αυτή η στάση δεν ήταν «αντιαμερικανική», δεν ήταν «απείθαρχη». Ήταν απλώς κυρίαρχη.

Απέδειξε ότι μια χώρα μπορεί να είναι σύμμαχος χωρίς να είναι υποτελής. Ότι η συμμετοχή σε διεθνείς οργανισμούς δεν σημαίνει απώλεια εθνικής κυριαρχίας.

Η Ελλάδα, μια χώρα με ιστορία αγώνων για ανεξαρτησία και αξιοπρέπεια, εμφανίζεται σήμερα να ακολουθεί μια πολιτική που δύσκολα μπορεί να χαρακτηριστεί ισότιμη. Η εικόνα μιας κυβέρνησης που ευθυγραμμίζεται χωρίς ουσιαστικές αντιρρήσεις, αποδέχεται ρόλους χωρίς διαπραγμάτευση και αντιμετωπίζει την «επιβράβευση» ως επιτυχία, δεν συνάδει με το ιστορικό βάρος και την πολιτική παράδοση της χώρας.

Δεν πρόκειται απλώς για διπλωματική επιλογή. Πρόκειται για στάση. Και η στάση αυτή μοιάζει όλο και περισσότερο με «οσφυοκαμψία». Το ζήτημα δεν είναι αν η Ελλάδα θα έχει περισσότερες βάσεις ή περισσότερη «στήριξη». Το πραγματικό ερώτημα είναι αν θα έχει «φωνή» ανεξάρτητη.

Σε έναν κόσμο που γίνεται πιο ασταθής, η άκριτη πρόσδεση σε μια δύναμη που λειτουργεί ολοένα και πιο απρόβλεπτα δεν αποτελεί εγγύηση ασφάλειας. Αντιθέτως, μπορεί να αποδειχθεί παγίδα. Η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να είναι ενεργό μέλος διεθνών συμμαχιών. Αλλά έχει ακόμη μεγαλύτερο λόγο να διατηρεί την αξιοπρέπεια και την αυτονομία της.

Γιατί χωρίς αυτά, καμία «επιβράβευση» δεν έχει πραγματική αξία.