Γιατί απογοητεύεται και θυμώνει ένας πολιτικός; | Του Νίκου Ραγκούση – Λαουτάρη
/Ένας πολιτικός μπορεί να απογοητεύεται και να θυμώνει για πολλούς λόγους, όπως ακριβώς και κάθε άνθρωπος.
Απογοητεύεται όταν προεκλογικά καλλιεργεί μεγάλες προσδοκίες και στη συνέχεια έρχεται αντιμέτωπος με μια πραγματικότητα που δεν επιτρέπει την υλοποίηση όσων υποσχέθηκε. Όταν οι προσπάθειές του συναντούν τη γραφειοκρατία, την έλλειψη πόρων, τις πολιτικές ισορροπίες και ένα θεσμικό πλαίσιο που συχνά περιορίζει αντί να διευκολύνει την επίλυση των προβλημάτων.
Απογοητεύεται όταν διαπιστώνει ότι οι σχεδιασμοί του δεν μπορούν να προχωρήσουν με τον τρόπο που είχε φανταστεί. Θυμώνει όταν νιώθει ότι δε διαθέτει τα μέσα για να ανταποκριθεί στις προσδοκίες των πολιτών. Και πολλές φορές πίσω από τον θυμό κρύβονται η ματαίωση, το αίσθημα ανημποριάς και ο φόβος της πολιτικής φθοράς. Ί
σως έτσι να μπορούν να ερμηνευθούν οι παραιτήσεις από θέσεις ευθύνης στην τοπική διοίκηση ή ακόμη και η άρνηση επιλαχόντων να καλύψουν κενές θέσεις. Όμως τα ερωτήματα παραμένουν.
Γιατί έθεσαν υποψηφιότητα και ζήτησαν την ψήφο των συμπολιτών τους;
Γιατί δεσμεύτηκαν ότι θα συμμετάσχουν στην προσπάθεια επίλυσης των προβλημάτων του τόπου τους;
Και αν πράγματι υπάρχουν λόγοι που καθιστούν αδύνατη την προσφορά τους, γιατί δεν τους εξηγούν δημόσια ώστε να γνωρίζουν οι πολίτες την αλήθεια;
Η σημερινή πραγματικότητα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης είναι γνωστή σε όλους. Η συνεχής συγκέντρωση αρμοδιοτήτων στο κεντρικό κράτος, ο ασφυκτικός έλεγχος των αποφάσεων, η υποχρηματοδότηση και η υποστελέχωση έχουν περιορίσει σημαντικά τον αυτοδιοικητικό χαρακτήρα των δήμων. Συχνά οι δημοτικές αρχές καλούνται να διαχειριστούν μεγάλα προβλήματα χωρίς τα απαραίτητα μέσα για να τα αντιμετωπίσουν.
Αυτή η κατάσταση δεν προέκυψε ξαφνικά. Είναι αποτέλεσμα μιας πολιτικής που εδώ και χρόνια μεταφέρει ευθύνες στην τοπική διοίκηση χωρίς να της παρέχει τα αναγκαία εργαλεία, το προσωπικό και τους οικονομικούς πόρους για να ανταποκριθεί στις αυξημένες απαιτήσεις των πολιτών.
Όσοι αποφασίζουν να ασχοληθούν με τα κοινά γνωρίζουν ή οφείλουν να γνωρίζουν αυτές τις δυσκολίες πριν ζητήσουν την ψήφο των δημοτών.
Αυτό όμως δεν μπορεί να αποτελεί δικαιολογία για την παραίτηση από την προσπάθεια. Αντίθετα, αποτελεί λόγο για μεγαλύτερη διεκδίκηση και συλλογική δράση για την ανατροπή αυτής της πολιτικής.
Όσοι αποφασίζουν να ασχοληθούν με την τοπική διοίκηση οφείλουν να γνωρίζουν τις δυσκολίες, αλλά και να είναι έτοιμοι να συγκρουστούν με όσα εμποδίζουν την πρόοδο των τοπικών κοινωνιών. Να διεκδικήσουν περισσότερους πόρους, ουσιαστικές αρμοδιότητες, λιγότερη γραφειοκρατία και μεγαλύτερη συμμετοχή των πολιτών στις αποφάσεις.
Πάνω απ’ όλα όμως οφείλουν να θυμούνται ότι δεν εξελέγησαν για να υπηρετήσουν προσωπικές φιλοδοξίες, ούτε για να κατακτήσουν τίτλους και αξιώματα. Εξελέγησαν για να υπηρετήσουν τους δημότες, να αφουγκράζονται τις ανάγκες τους και να αγωνίζονται καθημερινά για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής τους.
Ο δημότης, που αντιμετωπίζει προβλήματα στην καθημερινότητά του, δεν ενδιαφέρεται για τις εσωτερικές διαφωνίες, τις προσωπικές απογοητεύσεις ή τις πολιτικές αντιπαραθέσεις. Περιμένει λύσεις. Περιμένει από τους εκπροσώπους που επέλεξε να διεκδικήσουν καλύτερες υποδομές, καλύτερες υπηρεσίες, περισσότερη διαφάνεια και αποτελεσματικότητα στη λειτουργία του δήμου.
Η πραγματική δοκιμασία για όλους όσοι ασχολούνται με τα κοινά δεν είναι αν θα συναντήσουν δυσκολίες. Οι δυσκολίες είναι δεδομένες. Η πραγματική δοκιμασία είναι αν θα παραμείνουν όρθιοι απέναντι σε αυτές, αν θα συνεχίσουν να παλεύουν και να διεκδικούν κόντρα στο θεσμικό πλαίσιο τους περιορίζει.
Γιατί η συμμετοχή στην τοπική διοίκηση δεν είναι προνόμιο. Είναι ευθύνη. Και η ευθύνη απέναντι στους δημότες δεν τελειώνει με την εκλογή. Τότε ακριβώς αρχίζει. Όσοι επιλέγουν να υπηρετήσουν τα κοινά οφείλουν να παραμένουν στην πρώτη γραμμή του αγώνα, διεκδικώντας λύσεις και υπερασπιζόμενοι τα συμφέροντα της τοπικής κοινωνίας.
Αυτό είναι το πραγματικό μέτρο της προσφοράς τους και η ουσιαστική δικαίωση της εμπιστοσύνης που τους έδειξαν οι πολίτες.
