Γλωσσικό ιδίωμα Λευκών (Μέρος 1ο)

KASTANIAS.jpg

Το ιδιαιτέρου ενδιαφέροντος γλωσσικό ιδίωμα που δημιούργησαν οι παλιοί Λευκιανοί, λόγω κυρίως της απομόνωσής τους για αιώνες, στην ορεινή περιοχή του κέντρου της Πάρου, ακολούθησε τη μοίρα και των άλλων νεοελληνικών γλωσσικών ιδιωμάτων και διαλέκτων της χώρας μας, και με την πάροδο του χρόνου και την επικράτηση της νέας ελληνικής γλώσσας, εξαφανίστηκε.

Τελευταίες αναλαμπές του ήταν μέχρι τα μέσα της 10ετίας του 1930. Από τότε πήρε με γρήγορο ρυθμό την κατιούσα και μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα οι Λευκιανοί έπαψαν να το μιλούν.

Μια ντοπιολαλιά, που αντηχούσε στα βουνά και στα λαγκάδια της ορεινής περιοχής της Πάρου για αιώνες, χάθηκε μέσα σε λίγα χρόνια. Και μόνο μερικοί υπερήλικες Λευκιανοί και ιδίως εκείνοι που ζούσαν στις εξοχικές κατοικίες των Λευκών, τις κατ’κές/κατ’σές όπως τις έλεγαν, έμειναν πιστοί στη γλώσσα τους και εξακολούθησαν να τη μιλούν μέχρι το θάνατό τους.

Σήμερα το λευκιανό γλωσσικό ιδίωμα ξεχάστηκε. Φοβούμαι μάλιστα ότι θα υπάρχουν Λευκιανοί που ούτε καν υποψιάζονται, ότι κάποτε οι πρόγονοί τους είχαν δημιουργήσει μια δική τους γλώσσα, μια δική τους εξαιρετική διάλεκτο, διαφορετική από εκείνη που μιλούσαν οι κάτοικοι των άλλων χωριών της Πάρου. Παρά ταύτα καμιά φορά, ακούγοντας κάποιος τις συνομιλίες μερικών υπερηλίκων Λευκιανών στην καθημερινή τους ζωή, υπάρχει περίπτωση να καταλάβει ότι προφέρουν, χωρίς να το αντιλαμβάνονται ίσως και οι ίδιοι, λέξεις και φράσεις από το παλιό γλωσσικό ιδίωμα των Λευκών. Παρακολουθώντας κι εγώ για χρόνια, τις συνομιλίες μεγάλων σε ηλικία Λευκιανών και κυρίως εκείνων που κατοικούσαν σε εξοχές, κατόρθωσα να συγκεντρώσω όσες λέξεις και  φράσεις του Λευκιανού ιδιώματος άκουσα, τις οποίες δεν είχα συμπεριλάβει ούτε στο Λευκιανό λεξιλόγιο, στο τρίτο μέρος του βιβλίου μου: «Το Γλωσσικό Ιδίωμα των Λευκών Πάρου», έκδοση του συλλόγου Λευκιανών Πάρου της Αθήνας (Αθήνα 2004), ούτε και στις λέξεις που δημοσιεύτηκαν στα «Παριανά» (Τεύχος 134, Ιούλιος-Σεπτέμβριος, και 135, Οκτ.-Δεκ., του 2014).

Τις λέξεις και τις φράσεις που συγκέντρωσα, τις αναφέρω με αλφαβητική σειρά, παρακάτω. Στο τέλος του σχολιασμού κάθε λέξης ή φράσης, μέσα σε παρένθεση αναφέρω τη σελίδα ή τις σελίδες του βιβλίου που πρέπει να γίνει η καταχώρισή τους, από τους αναγνώστες που επιθυμούν να έχουν συμπληρωμένο το Λευκιανό λεξιλόγιο.

Λέξεις

αγ’ροφάς (ο), αγουροφάς, αγουροφάγος, με αποβολή του άτονου ου και της κατάληξης γος. Αυτός που του αρέσουν τα άγουρα φρούτα. Ιτ’τός (ετούτος/αυτός) ο χ’στγιανός (χριστιανός) εινί (είναι) αγ’ροφάς τσαι δε νιξέρ’ (δεν ξέρει) ’ντά (Ίντα/τι) θα πει άκνιο (ώριμο) σ’κό (σύκο). (Σελ. 165).

αλβανέζ’κα (τα), αλβανικά, με ανάπτυξη των φθόγγων εζ μετά το ν. Μ’λεί (μιλάει) αλβανέζ’κα τσαι δε γκαταλαβαίνω (δεν καταλαβαίνω) ’ντά (ιντά/τι) λέει. (Σελ. 174).

αμαρτώ, αμαρτάνω. Και αμαρταίνω*. Αμαρτώ τώρα δα με τ’τά (ετούτα/τούτα) π’ σ’  λέω, μα ας με σ’χωρέσ’ ο Θεός. (Σελ. 180).

αμπελόβεργα (η), κλαδί αμπελιού, κληματόβεργα. Ηκλάδεψε δα ο προκομμένος ο  γιοζ ιμ’ (γιος μου) τ’ αμπέλι, μα ήφ’κε (άφησε) τ’ς μ’σές αμπελόβεργες αμάζωχτες (αμάζευτες). (Σελ. 182).

ανάκρα (η), ανάκαρα (από την πρόθεση ανά και το αρχαίο ρήμα καρώ), με αποβολή του α στη συλλαβή κα. Αντοχή, δύναμη. Και ανάκαρ’* (ανάκαρη). Θέλι  ανάκρα το σκάψ’μο τ’ αμπελιού. (Σελ. 184).

ανεγνωρ’ζώ, αναγνωρίζω, με τροπή του του ανα σε ανε, αποβολή του τονούμενου ι και μεταβίβαση του τόνου του στο ω. Δε νανεγνωρ’ζώ (δεν αναγνωρίζω) κανεί (κανένα), από τούτ’ τ’ μπαρέα (την παρέα). (Σελ. 185).

ανεθαρρεύγω, αναθαρρεύω, με τροπή του ανα σε ανε και ανάπτυξη γ μετά το υ (β). Και ανεθαρρώ. Αναθαρρώ. Άμα νέχι  (άμαν έχει) το γιο τ’ κοντά τ’, ανεθαρρεύγι . (Σελ. 186).

ανεκαλιβγώ, ανακαλύπτω, με τροπή του ανά σε ανέ, του πτ σε βγ, αποβολή του τονούμενου ι (υ) και μεταβίβαση του τόνου του στο ω. Υστέρα από τόσο γκαιρό (τόσον καιρό), τώρα ανεκαλ’βγώ πως με κοκοροϊδεύγα (κορόιδευαν). (Σελ.186).       

ανεπαψάρ’ς (ο), αναπαυσάρης, με τροπή του ανά σε ανέ, του υσ σε ψ και απόβολή του άτονου ι (η). Αυτός που αγαπά την ανάπαυση, ο τεμπέλης. Ο ανεπαψάρ’ς άθρωπος φοβάται τη δ’λειά. (Σελ. 189).

ανεσκάβγω, ανασκάβω, με τροπή του ανα σε ανε και ανάπτυξη γ μετά το β. Και ανεσκάφτω. Απ’ τακθές ανεσκάβγι το χωράφ’ ιτ’ ο Γιάννις, μα δε νιξέρω  ‘ντά κανι. (Σελ. 190).

ανιματ’ζώ, νυματίζω (νιματ’ζώ*), με ανάπτυξη αρχικού α, αποβολή του άτονου ι (υ) και του τονούμενου ι και μεταβίβαση του τόνου του στο ω. Και νιματώ (νυματώ). Το ναν’ματ’ζώ (τον ανυματίζω) δα το γάδαρο, μπάς (μήπως) τσαι πορπατήξ’ πγιο γλήουρα, μα ηγέρασ’ ο καμένος τσαι δε μπαίρινι (δεν παίρνει) χαμπάρ’. (Σελ. 192).

αντζ’στρώνω και ατζ’στρώνω, αγκυστρώνω, με τροπή του γκ σε ντζ/τζ. Το καλό δόλωμα αντζ’στρώνι εύκολα. (Σελ. 196).

αντ’στάσ’, αντίσταση, με αποβολή τού τονούμενου ι, μεταβίβαση του τόνου στο α της επόμενης συλλαβής και αποβολή του άτονου ι (η) της κατάληξης. Ηφέρε (έφερε) λέει αντ’στάσ’ στο Χωροφ’λάκα τσαι το νιβάλα (τον έβαλαν) φ’λατσή (φυλακή). (Σελ. 197).

άξα (η), άξια, με αποβολή του άτονου ι. Αρσενικό: άξος*, ουδέτερο άξο. Ηχιρέψε (χήρεψε) μ’κρή με τρία πιδγιά, μα εινί άξα γιναίκα τσαι τα κατάφέρινι (καταφέρνει). (Σελ. 198).

απήτ’σε, απήτησε, απαίτησε, αόριστος του ρήματος απαιτώ, με τροπή του ε (αι) σε η (εσωτερική αύξηση) και αποβολή του άτονου η. Ηχάλασ’ ο γάμος γιάντα (γιατί) ο γαμπρός απήτ’σε να τ’ δώσ’ ο πεθερός τ’, όλα τα  καλά χωράφια. (Σελ. 204).

αποτάζω, αποκτώ. Τσαδά (έτσι δα) π’ το πάει ο Μανολιός, δε θ` αποτάξ’ ποτές τ’ δραχμή. (Σελ. 209).

άργετα (η), άργητα με τροπή του η σε ε. Καθυστέρηση, αργοπορία (από το αργώ). Να πας χωρίς άργετα το γάλα στο τ’ροκομνειό (τυροκομείο) το πρωί. (Σελ.213).

αρ’θ’νιζώ, ρουθουθνίζω, με ανάπτυξη αρχικού α, αποβολή των άτονων ου και του τονούμενου ι και μεταβίβαση του τόνου του στο ω. Αρ’θ’νίζ’  η γιναίκα τ’ (του) τ’ νιχτά (τη νύχτα) κι ακ’γέται (ακούεται) πέρα στο Μ’λό (μύλο). (Σελ.214).

(Συνεχίζεται…)

Ευάγγελος Νικ. Καστανιάς