Η τελική κρίση | Του Θ. Μαρινόπουλου
/Η ηθολογία ορίζεται ως ο κλάδος της επιστημονικής έρευνας που μελετά τη συμπεριφορά των ζώων και κατ’ επέκταση του ανθρώπου, σε συνάρτηση με την εξελικτική διαδικασία.
Εξετάζει τη συμπεριφορά μέσα από δύο βασικούς άξονες, τη φυλογένεση, δηλαδή την εξέλιξη των ειδών, και την οντογένεση, την εξέλιξη του ατόμου μέσα στο περιβάλλον του. Κεντρικό της ερώτημα είναι πώς η φυσική επιλογή οδηγεί σε προσαρμογές που αυξάνουν τις πιθανότητες επιβίωσης, μέσα από τη συλλογή και αξιοποίηση πληροφοριών από το άμεσο περιβάλλον.
Αν επιχειρήσουμε έναν παραλληλισμό με τα δημοτικά πράγματα, διαπιστώνουμε ότι παρόμοιοι μηχανισμοί «προσαρμογής» εμφανίζονται συχνά στη συμπεριφορά των αιρετών. Νέοι άνθρωποι που εισέρχονται στην τοπική αυτοδιοίκηση με προθέσεις ανανέωσης, διαφάνειας και αλλαγής, δεν αργούν σε πολλές περιπτώσεις προκειμένου να «επιβιώσουν πολιτικά», να μεταλλαχθούν. Υιοθετούν παλιές, κακές ρουσφετολογικές πρακτικές, επιστρατεύουν φθηνές δικαιολογίες ή μεταφέρουν συστηματικά τις ευθύνες αλλού, προκειμένου να αντιμετωπίσουν την κριτική των πολιτών.
Παράλληλα, παρατηρείται μια έντονη ενασχόληση που έχει σχέση αποκλειστικά με την «εικόνα» τους, δηλαδή συνεχείς φωτογραφίσεις σε θρησκευτικές τελετές, πολιτιστικές εκδηλώσεις και κάθε είδους συνάξεις, με μοναδικό στόχο τη διαρκή παρουσία στην επικαιρότητα.
Επίσης μικρές, αυτονόητες παρεμβάσεις συντήρησης ή επισκευής κτηρίων κλπ προβάλλονται ως δήθεν σπουδαία επιτεύγματα, ενώ τα μεγάλα, δύσκολα και ουσιαστικά ζητήματα παραμένουν στο περιθώριο.
Από ηθολογική σκοπιά, όλα τα παραπάνω μπορούν να ερμηνευτούν ως στρατηγικές προσαρμογής σε ένα συγκεκριμένο «οικοσύστημα», που είναι αυτό της τοπικής πολιτικής ζωής. Ένα περιβάλλον όπου η επιβράβευση δε συνδέεται πάντα με την αποτελεσματικότητα, τον σχεδιασμό ή τη μακροπρόθεσμη ωφέλεια, αλλά συχνά με την προβολή, τη διαχείριση εντυπώσεων και τη συντήρηση πελατειακών σχέσεων.
Το κρίσιμο ερώτημα όμως δεν είναι αν αυτή η συμπεριφορά «εξηγείται». Είναι αν πρέπει να θεωρείται αναπόφευκτη; Η βιολογική ή κοινωνική εξέλιξη δεν πρέπει να οδηγεί μόνο στη βέλτιστη προσαρμογή σε ένα στρεβλό περιβάλλον, αλλά και στη δυνατότητα αλλαγής του ίδιου του περιβάλλοντος.
Στην τοπική αυτοδιοίκηση, η πολιτική επιβίωση δεν χρειάζεται να ταυτίζεται με την ηθική έκπτωση. Μπορεί να βασιστεί στη διαφάνεια, στη λογοδοσία, στον ουσιαστικό διάλογο με τους πολίτες και στην ανάληψη ευθύνης, ακόμη και όταν αυτή έχει πολιτικό κόστος. Ωστόσο, εδώ ανακύπτει ένας ακόμη παράγοντας που δεν μπορεί να αγνοηθεί και είναι η ίδια η νοοτροπία της κοινωνίας.
Σε ποιο βαθμό οι συμπεριφορές των αιρετών διαμορφώνονται ή και επιβραβεύονται από τις προσδοκίες της πλειοψηφίας των πολιτών; Όταν μεγάλο μέρος της κοινωνίας εξακολουθεί να ανέχεται ή και να επιζητά το «ρουσφέτι», την προσωπική εξυπηρέτηση και τη συμβολική πολιτική αντί της ουσιαστικής, τότε το πολιτικό σύστημα απλώς αντανακλά βαθύτερα ιστορικά και πολιτισμικά πρότυπα.
Οι νοοτροπίες αυτές δεν προκύπτουν στο κενό. Είναι προϊόν ιστορικών διαδρομών, θεσμικών αδυναμιών και κοινωνικών ανασφαλειών. Όμως, όπως και στην ηθολογία, έτσι και στην πολιτική, η γνώση των μηχανισμών προσαρμογής δεν αποτελεί άλλοθι για τη διαιώνισή τους. Αντίθετα, μπορεί να αποτελέσει το πρώτο βήμα για τη συνειδητή τους υπέρβαση.
Η πρόκληση για την τοπική αυτοδιοίκηση (και για την κοινωνία συνολικά) είναι να μετατοπίσει τα κριτήρια «επιβίωσης». Να επιβραβεύει την ουσία αντί της εικόνας, τη συνέπεια αντί της ευκολίας, το συλλογικό όφελος αντί της ατομικής εξυπηρέτησης. Μόνο τότε η πολιτική εξέλιξη θα πάψει να θυμίζει απλή προσαρμογή σε ένα προβληματικό περιβάλλον και θα μετατραπεί σε πραγματική πρόοδο.
Ο πολίτης όταν ψηφίζει και «κρίνει» και… «κρίνεται».
