Πίσω από τη μάσκα του δικαίου | Του Θ. Μαρινόπουλου

Η πιο επικίνδυνη μορφή αδικίας δεν είναι η βία ή η παρανομία, αλλά η ψευδαίσθηση της δικαιοσύνης.

Ο Πλάτων το είδε πριν από δυόμιση χιλιάδες χρόνια λέγοντας ότι «το έσχατο όριο της αδικίας είναι να φαίνεσαι δίκαιος χωρίς να είσαι» που περιγράφει φυσικά και τη δική μας εποχή. Στην «Πολιτεία» βάζει τον Γλαύκωνα να ορίσει την πιο ύπουλη μορφή αδικίας που είναι εκείνη που φορά το προσωπείο του δικαίου.

Δεν είναι η απροκάλυπτη αδικία που διαλύει την κοινωνία, αλλά η αδικία που μεταμφιέζεται, που κρύβεται πίσω από νόμους, θεσμούς, ή δημόσιες δηλώσεις περί ηθικής. Η αδικία που έχει κατορθώσει να πείσει, πρώτα τον εαυτό της κι ύστερα τους άλλους, ότι είναι δίκαιη.

Από την εποχή του Πλάτωνα ως σήμερα, αυτή η φράση επιστρέφει διαρκώς, στη φιλοσοφία, στην πολιτική, στην καθημερινή ζωή. Κάθε φορά που μια κοινωνία χάνει την ικανότητα να ξεχωρίζει το είναι από το φαίνεσθαι, αναπαράγει την ίδια πλατωνική τραγωδία… την αυταπάτη της δικαιοσύνης.

Στις σύγχρονες δημοκρατίες, η προειδοποίηση του Πλάτωνα αποκτά νέο περιεχόμενο. Ζούμε σε έναν κόσμο όπου η «εικόνα» συχνά υπερτερεί της ουσίας.

Έτσι η πολιτική λειτουργεί ως θέαμα, η δημόσια διοίκηση μετριέται σε εντυπώσεις και ο δημόσιος λόγος έχει αντικαταστήσει την αλήθεια με τη διαχείριση της εντύπωσης. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ενίσχυσαν αυτό το φαινόμενο, κάνοντας την αρετή προϊόν και την κοινωνική ευαισθησία δημόσια ανάρτηση.

Το αποτέλεσμα «τρομάζει» καθώς ο άνθρωπος δεν επιδιώκει να είναι δίκαιος, αλλά να φαίνεται δίκαιος. Η φράση του Πλάτωνα αφορά όχι μόνο τον άνθρωπο, αλλά και τα πολιτεύματα.

Κάθε κοινωνία που στηρίζεται αποκλειστικά στη νομιμότητα χωρίς νομιμοποίηση, δηλαδή χωρίς ουσιαστική ηθική αποδοχή από τους πολίτες, κινδυνεύει να πέσει στην «έσχατη αδικία». Όταν οι νόμοι υπηρετούν τη φήμη της δικαιοσύνης, και όχι την ίδια τη δικαιοσύνη, η πολιτεία χάνει τον ηθικό της πυρήνα.

Στον κόσμο των δημοσίων σχέσεων και των επικοινωνιακών επιτελείων,

η εξουσία μαθαίνει να φαίνεται δημοκρατική, συμμετοχική, ευαίσθητη χωρίς να είναι απαραίτητα τίποτε απ’ αυτά.

Αν η δημοκρατία θέλει να μείνει ζωντανή, οφείλει να καλλιεργεί τη συνείδηση της εσωτερικής αλήθειας.

Να εκπαιδεύει τους πολίτες της όχι μόνο στους κανόνες, αλλά στην ικανότητα να διακρίνουν το φαίνεσθαι από το είναι.

Η αδικία δεν γίνεται επικίνδυνη όταν παρανομεί, αλλά όταν πείθει ότι είναι νόμιμη, ηθική, δίκαιη.

Και αν υπάρχει κάτι που μπορεί να σώσει τη δημοκρατία από αυτή την αυταπάτη, είναι η παιδεία της αλήθειας, η παιδεία που μαθαίνει τον άνθρωπο να είναι δίκαιος, ακόμη κι όταν δεν τον βλέπει κανείς.